Τρίτη, 23 Δεκεμβρίου 2008

MULLHOLLAND DRIVE : ΜΙΑ ΔΙΑΤΡΙΒΗ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΨΥΧΩΣΗ 19-2-2002 (δημοσίευση στο τεύχος 9 του περιοδικού FUTURA)

MULLHOLLAND DRIVE : MIA ΔΙΑΤΡΙΒΗ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΨΥΧΩΣΗ 19-2-2002
(Δημοσίευση στο τεύχος 9 του περιοδικού Futura)


Μια απλή, συνηθισμένη νεαρή κοπέλα ( συνηθισμένα όμορφη, συνηθισμένα ευγενική, συνηθισμένα αφελής ) μετακομίζει από τον Καναδά στο ΗOLLYWOOD αναζητώντας την πεμπτουσία του σύγχρονου, μεταλλαγμένου στη μήτρα της εικονικής πραγματικότητας Αμερικάνικου Ονείρου : να γίνει αστέρι του Θεάματος. Να δελεάσει την ελίτ των μοντέρνων νεράιδων που κατοικούν στα απόκρυφα παλάτια της φαντασμαγορικής Χολιγουντιανής ζούγκλας να ακουμπήσουν το πανίσχυρο μαγικό τους ραβδί ( το επενδυτικό τους Κεφάλαιο ) στους ώμους της, και να μεταμορφώσουν τη μίζερη, ανύπαρκτη – σύμφωνα με τις εικασίες των ίδιων νεράιδων που σήμερα προβάλλονται ως υλοποιημένες πραγματικότητες πάνω από τον πλανήτη με φόντο την απεραντοσύνη – πραγματική της υπόσταση σε υπαρκτή, άτρωτη και αθάνατη φαντασίωση που ταλαντώνει με μηχανική ακρίβεια τη λάμψη της στη δισδιάστατη επιφάνεια του σελιλόιντ.
Το φως του Ονείρου αυτού πλημμυρίζει το πρώτο πλάνο της ταινίας όπου εμφανίζεται η ηρωίδα, μαζί με τους περήφανους, τυπικούς Αμερικάνους γονείς της, σε μια σκηνή ευτυχίας τόσο τέλειας κι ενός χαμόγελου τόσο επιτακτικά ασυννέφιαστου που, απ’ ό,τι τουλάχιστο οι περισσότεροι είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε, μόνο μια κλινικά ελεγμένη κι επί 24ώρου βάσης αποτελεσματική οδοντόκρεμα είναι σε θέση να προσφέρει- ή κάτι αντίστοιχο τέλος πάντων…
Η κατάληξη είναι κι αυτή συνηθισμένη : αποτυγχάνει. Σ’ ένα κόσμο όπου η αποτυχία ισοδυναμεί με υπαρξιακή πανωλεθρία, απορροφάται υπαρξιακά στην επιτυχημένη σταρ που κέρδισε τον πρώτο ρόλο που η ίδια ήθελε τόσο πολύ, αναγορεύοντάς την στο άπιαστο είδωλο-αντικείμενο του πόθου και του φθόνου. Υφαίνει στο μυαλό της ένα φανταστικό σενάριο ωμών εκβιασμών στο σκηνοθέτη της επίμαχης ταινίας σχετικά με την επιλογή της πρωταγωνίστριας, προκειμένου να επιβιώσει υπαρξιακά από την βίαιη πρόσκρουση με την αποτυχία. Στην τρικυμία της οξείας ψυχωτικής κατάστασης που διαμορφώνεται μέσα της, προβάλλει στο όνειρό της την προσωπική της αλήθεια με τη μορφή ταινίας στην οποία πρωταγωνιστεί όχι φυσικά η ίδια, αλλά η αληθινή (γι’ αυτήν) χαρισματική πρωταγωνίστρια, η φίλη-ερωμένη-ανταγωνίστριά της.
Αυτή είναι η ταινία που παρακολουθούμε μέχρι το σημείο που αρχίζουν οι ανατροπές. Στην φανταστική της πλοκή η ηρωίδα εκδραματίζει με τον πιο εκφραστικό τρόπο το τι πραγματικά της συνέβη όταν εισήλθε στον κόσμο του HOLLYWOOD : ένα μοιραίο υπαρξιακό δυστύχημα. Έχασε τον εαυτό της. Μια απότομη μηχανική κίνηση διέγραψε ( βλ. ΕRASERHEAD ) ό,τι υπήρχε από την ίδια για να την μετατρέψει σ’ ένα κενό, παγωμένο καθρέφτη ικανό να υποδεχθεί και να αντανακλάσει την αέναα εναλλασσόμενη σειρά των εικονοειδώλων που προορίζονται να προβληθούν πάνω του. Μάταια ο αστυνομικός που καλείται στον τόπο του δυστυχήματος ψάχνει τα ίχνη της. Η μυστηριώδης γι’ αυτόν κοπέλα δεν υπάρχει πουθενά, έχει γίνει ένα με τα παραισθητικά φώτα της πόλης που απλώνεται μπροστά του, εκεί ακριβώς που στρέφει το βλέμμα του. Την καινούρια της μορφή ύπαρξης, το νέο της όνομα το κρατά κρυμμένο στην τσάντα που κρατά συνέχεια μαζί
της : ο απόλυτος διαγραφέας του Ανθρώπινου,το Χρήμα. Κι ένα κλειδί.
Στον πολυδιάστατα αφαιρετικό αφηγηματικό ιστό της ταινίας μπορούμε να διακρίνουμε δύο ξεχωριστά και πυκνά αλληλοδιαπλεκόμενα επίπεδα, τα οποία αντιστοιχούν στα ανάλογα επίπεδα δόμησης της ψύχωσης της ηρωίδας. Ουσιαστικά πρόκειται για τη μία και την αυτή εξελικτική διαδικασία – ο Lynch μεταχειρίζεται με απόλυτη επίγνωση και αισθητική αποτελεσματικότητα το modus vivendi της σύγχρονης ψύχωσης προκειμένου να την αναπαραστήσει. Η σεναριακή πλοκή εκτυλίσσεται πάνω σε μια ακολουθία σκόπιμα ανοιχτών σημειολογικών συσχετίσεων που χτίζουν ένα μη γραμμικό, κυκλικό σύμπαν δυνητικών σημασιών η καθεμία από τις οποίες θα μπορούσε να αποτελεί αυτή την αρχή και το τέλος του κύκλου. Δεν έχουμε, λοιπόν, να κάνουμε με σεναριακά κενά και ασάφειες, όπως ίσως φαίνεται εκ πρώτης όψεως. Έχουμε να κάνουμε με σπάνια σεναριακή πληρότητα και σαφήνεια. Η ενδεχόμενη εντύπωση της ασάφειας απλά καταγράφει το μέτρο της απόστασης που χωρίζει την πραγματικότητα της σύγχρονης ψύχωσης από τα sine qua non προαπαιτούμενα των αντιληπτικών μηχανισμών που αυτόματα ενεργοποιεί ο σύγχρονος Άνθρωπος προκειμένου να ιδιοποιηθεί γνωστικά μια ταινία ( και όχι μόνο, ασφαλώς ).
Το πρώτο επίπεδο εγγράφεται σε ό,τι θα μπορούσαμε να οριοθετήσουμε ως τόπο συγκρότησης της ιδιαίτερης προσωπικής παθολογίας της ηρωίδας. Το μέρος αυτό δεν μπορεί παρά να κατοικείται από τις διεργασίες του ασυνειδήτου και τη γλώσσα της ψυχανάλυσης. Σ’ αυτό το επίπεδο εντάσσεται η πορεία της ιδιαίτερης ψυχωτικής σχέσης που αναπτύσσει η συγκεκριμένη κοπέλα με τη συγκεκριμένη φίλη-ερωμένη-αντίζηλο. Μιλώντας με ψυχαναλυτικούς όρους, γινόμαστε μάρτυρες των πεπραγμένων μιας ακραίας εκδοχής του ασυνείδητου μηχανισμού άμυνας που η Άννα Φρόυντ μελέτησε και ονόμασε «ταύτιση με τον επιτιθέμενο». Επιτιθέμενος στην προκειμένη περίπτωση είναι η άλλη γυναίκα, η γυναίκα που κλέβει από την ηρωίδα το ρόλο, την επιτυχία, την ίδια της δηλαδή την ύπαρξη, σύμφωνα με τις προδιαγραφές για την Ανθρώπινη ύπαρξη που τηρούνται στη μαγική πολιτεία του Θεάματος. Η ηρωίδα ταυτίζεται μαζί της σε σημείο να χάσει ολοκληρωτικά τον εαυτό της, και η πλήρης αυτή υπαρξιακή αλλοτρίωση συνιστά τη βάση της ακραία αμφιθυμικής συμπεριφοράς που εκδηλώνει απέναντί της ( επιθυμία ολοκληρωτικής ερωτικής ένωσης – επιθυμία δολοφονίας ).
Το εξαιρετικά ενδιαφέρον στο σημείο αυτό είναι ότι το ψυχωτικό παραλήρημα της ηρωίδας, ενώ τοποθετείται στις ακροτελεύτιες περιοχές του ψυχικού παραλόγου σύμφωνα με την κλίμακα μέσης φυσιολογικότητας που διέπει την κοινή αλλά και την κυρίαρχη επιστημονική ψυχολογική λογική ( και βιώνεται άλλωστε και από την ίδια την ηρωίδα με δριμύτητα ανάλογη της «αντικειμενικής ψυχικής ζημιάς» ), αποτελεί ταυτόχρονα την πλέον υγιή απάντηση που θα μπορούσε να δώσει στην κατάσταση που αντιμετωπίζει, σύμφωνα με τον παλιό γνωστό κανόνα που συνδέει την ψυχική υγεία με τη δυνατότητα προσαρμογής του Ανθρώπου στις επιταγές του πλαισίου που τον περιβάλλει. Ο νόμος της Χολυγουντιανής ζούγκλας είναι «Ζήσε διάσημος ή πέθανε», κι η ηρωίδα μας επέδειξε ειλικρινή αφοσίωση στην τήρηση του νόμου αυτού.
Το δεύτερο επίπεδο, στον τερατώδη μαγνήτη του οποίου παγιδεύεται η ηρωίδα μόλις πατάει το πόδι της στην πολυπόθητη πατρίδα του Παραμυθιού, είναι το επίπεδο της συλλογικής απρόσωπης ψύχωσης, της ολικής καταστροφής του Ανθρώπινου υποκειμένου.
Όλη η ουσία εδώ περικλείεται σε μία και μόνη φράση – οδηγία του σκηνοθέτη προς τους δύο ηθοποιούς του (ανάμεσά τους και η ηρωίδα) κατά τη διάρκεια του δοκιμαστικού για μια ερωτική σκηνή, οδηγία που δίνεται με την κατάλληλη αργή, καθαρή, βαθιά φωνή έτσι ώστε η δύναμή της να αντηχήσει σ’ όλες τις διαστάσεις του Πραγματικού : « Μην το παίξετε ρεαλιστικά μέχρι να γίνει ρεαλιστικό ».Το ψέμμα ντύνεται το θεϊκό φως της Ανθρώπινης αλήθειας και εξαφανίζεται. Γίνεται αληθινό ακριβώς διότι γίνεται καθολικό. Το ψέμμα είναι η απόσταση ανάμεσα σε δύο Ανθρώπινες αλήθειες, κι η απόσταση αυτή εκλίπει από τα σπλάχνα ενός κόσμου που καταργεί κάθε Ανθρώπινη αλήθεια, όσο «λογική» ή «παράλογη», όσο «αληθινή» ή «ψεύτικη».
Και η οδηγία καταλήγει : « Και τώρα…δράση ! ». Το Ανθρώπινο υποκείμενο καταστρέφεται εκεί ακριβώς που συγκροτεί τη διπλή ολιστική ( μοναδολογική και ειδολογική ) του θεϊκή του υπόσταση – στη δράση του. « No hay banda » - δεν υπάρχει μπάντα, δεν υπάρχει Ανθρώπινη παρουσία, δεν υπάρχει Ανθρώπινη παραγωγή. Υπάρχει μόνο η μηχανική αναπαραγωγή τετελεσμένων Ανθρώπινων δράσεων.
Στη σκηνή όπου η Rebecca Del Rio με την ερμηνεία της φαίνεται να συστήνει το Ανθρώπινο συναίσθημα στο Σύμπαν ( να εκπληρώνει, δηλαδή, μία από τις κύριες διαστάσεις του σκοπού κάθε αυθεντικής καλλιτεχνικής έκφρασης ) με τρόπο άμεσα καθηλωτικό και ξαφνικά σωριάζεται, ενώ η φωνή της συνεχίζει ν’ ακούγεται από τη μαγνητοταινία μεταμορφωμένη αίφνης από θεία έκφραση σε κακόγουστη φάρσα, ο Lynch μας φέρνει κατάφατσα αντιμέτωπους με το πόσο ανατριχιαστικά αληθοφανές είναι το ψέμμα αυτό, και θρυμματίζει κάθε βεβαιότητα σχετικά με την αυθεντικότητα της εμπειρίας μας. Είχαμε προειδοποιηθεί πολλάκις μόλις λίγα λεπτά πριν – το ψέμμα λειτούργησε κανονικά παρόλ’ αυτά.
Δεν υπάρχει μπάντα – κανείς δεν είναι κανείς σ’ αυτό το ατέλειωτο φασματικό γαϊτανάκι ρόλων που στροβιλίζεται ευτυχισμένα γύρω από το ίδιο του το κενό. Δεν υπάρχουν Άνθρωποι που υποδύονται, υπάρχει μόνο η υπόδυση, ο ρόλος, η αμετάβλητη μηχανική κίνηση της μεταβολής, ο μονότονα επαναλαμβανόμενος ήχος του πλάνου που αλλάζει. Η Ανθρώπινη αλήθεια αναπαύεται στη χώρα του Ασυνειδήτου, του ονειρικού παραμιλητού : SILENCIO – σιωπή. Μέσα στην οχλαβοή του εργοστασίου παραγωγής ψευδούς πραγματικότητας ο Άνθρωπος σωπαίνει.
Το υλοποιημένο ψέμμα είναι το απόλυτο. Γι’ αυτό ακριβώς είναι και το πιο ανίσχυρο απέναντι σ’ ένα ον που από τη φύση του βαδίζει σπάζοντας τα «απόλυτα» που το ίδιο δημιουργεί, που το ίδιο αποτελεί το μοναδικό εν εξελίξει απόλυτο. Το υλοποιημένο ψέμμα έχει ανάγκη την εξαφάνιση κάθε στοιχείου Ανθρώπινης αλήθειας (ακόμη και καθαρά αισθητηριακής) από το πλαίσιό του για να υπάρξει. Η παρουσία και της παραμικρής Ανθρώπινης «σκιάς» διαλύει το απατηλά συμπαγές φως της εικόνας, και το ψέμμα σβήνει ολοσχερώς όπως τα είδωλα από το πανί όταν σβήνουν οι προβολείς.
Τότε πέφτει το σκοτάδι. Τότε φανερώνεται η κρυμμένη αλήθεια, το βρώμικο μυστικό πίσω από το φανταχτερό παραπέτασμα. Ο κόσμος των νεράιδων που ανέφερα στην αρχή. Ο κόσμος της τηλεφωνικής κυκλοφορίας σημαντικών πληροφοριών ανάμεσα σε πρόσωπα που δεν φαίνονται («το κορίτσι είναι ακόμα εξαφανισμένο»). Ο κόσμος των κρίσιμων αποφάσεων που λαμβάνονται χωρίς ν’ αντικρίσουν καν το φως της Λέξης ( χαρακτηριστική είναι η σκηνή στην οποία το υψηλό στέλεχος της κινηματογραφικής εταιρείας προσπαθεί κυριολεκτικά να «ψαρέψει» το μεγάλο αφεντικό για να καταλάβει τι τον προστάζει να κάνει!). Ο κόσμος των αποκρουστικών αδελφών Καστιλιάνι.
Ο Lynch ζωγραφίζει τον κόσμο αυτό με τα μελανότερα των χρωμάτων, και φροντίζει να τονίσει τη νοσηρή, κλειστοφοβική ατμόσφαιρα που τον περιβάλλει. Αυτό που αξίζει να τονιστεί παραπέρα – και ασφαλώς δεν έγινε τυχαία από ένα βαθύ γνώστη της διαλεκτικής της Ανθρώπινης αλήθειας όπως ο Lynch – είναι ότι το φως που ξεσκεπάζει τη ζοφερή πραγματικότητα πίσω από το illustration περιτύλιγμα εδράζεται ακριβώς στην καρδιά του ψυχωτικού παραληρήματος της ηρωίδας, στο φανταστικό σενάριο που πλάθει σχετικά με το πώς συνέβη και η άλλη κοπέλα πήρε τον πρώτο ρόλο κι όχι αυτή. Η Ανθρώπινη πραγματικότητα μέσα στη σύγχρονη ψύχωση, το ψυχωτικό ντελίριο μέσα στη σύγχρονη Ανθρώπινη πραγματικότητα…
Έτσι ολοκληρώνεται η αναγκαία διάκριση ανάμεσα στα δύο επίπεδα και η σκιαγράφηση της ιδιαίτερης διαδρομής που το καθένα ακολουθεί στο ταραγμένο μυαλό της ηρωίδας και στην ταινία. Το επόμενο βήμα αφορά τον προσδιορισμό της μεταξύ τους σχέσης. Αυτό είναι κατά τη γνώμη μου και το κρίσιμο τελικό ζητούμενο. Η κατανόηση του τρόπου με τον οποίο τα περιεχόμενα των δύο επιπέδων συντάσσονται στο φιλμικό κείμενο συνιστά το κλειδί για την αποκρυπτογράφησή του. Κατανόηση που δεν είναι διόλου εύκολη όταν πρόκειται για μια τέτοια εσωτερική και πολυδαίδαλη σχέση και που, όταν έχεις να κάνεις με τον Lynch,οφείλεις να θυμάσαι πως είναι πάντα αμφιλεγόμενη.
Επιχειρώντας να ιχνογραφήσουμε την κύρια κίνηση που ακολουθεί η σχέση αυτή μέσα στο πλήθος των αμοιβαίων μετατοπίσεων που λαμβάνουν χώρα ανάμεσα στα δύο επίπεδα, παρατηρούμε πως το δεύτερο επίπεδο προέρχεται από το πρώτο, αποτελεί τη συνέχειά του. Μια συνέχεια όμως – κι αυτό είναι το σημαντικό – που δεν έρχεται να εξελίξει κατά τον οποιοδήποτε τρόπο το πρώτο επίπεδο, αλλά να το καταργήσει.
Το πρώτο επίπεδο είναι το εξαρχής δεδομένο. Από εδώ ξεκινούν όλα, από εδώ ξεκινάει η ηρωίδα, από εδώ ξεκινάει η ταινία – θυμίζω την πρώτη σκηνή της ηρωίδας με τους γονείς της. Πρόκειται για τη γνωστή, «κλασική» οικογενειακή παθολογία, για την παθολογία της συνείδησης που έχει χτιστεί από και μέσα στους δρόμους που εδραιώνει η οικογενειακή νόρμα σχετικά με τις κατευθύνσεις της ροής της Ανθρώπινης αλληλενέργειας και αλληλοδιαμόρφωσης – γι’ αυτό, άλλωστε, και μπορεί να αναλυθεί με όρους της κλασικής ψυχανάλυσης . Για την οικογενειακή αλλοτρίωση, τον ετεροκαθορισμό των προσανατολισμών της ζωής της ηρωίδας από τη θέληση των γονιών της, την αίσθηση ότι τα δικά της όνειρα μπορούν να εκπληρωθούν μες από την ικανοποίηση των ονείρων που έχουν οι τυπικοί Αμερικάνοι γονείς της γι’ αυτήν.
Από μια μεριά, η συνάντηση των δύο επιπέδων πραγματοποιείται τόσο φυσικά όσο και η συνάντηση ενός δευτερολέπτου με το επόμενο. Η ηρωίδα πηγαίνει στο HOLLYWOOD για να εκπληρώσει τις τυπικές μικροαστικές φιλοδοξίες των γονιών της. Οι ίδιοι την παραδίδουν στις Χολυγουντιανές σειρήνες και αποχωρούν, μ’ ένα γέλιο τόσο έντονα ανησυχαστικό που προοικονομεί την τραγωδία που θα ακολουθήσει. Ταυτόχρονα όμως, η συνάντηση είναι τόσο ομαλή όσο και μια μετωπική σύγκρουση με ιλιγγιώδη ταχύτητα – ένα πραγματικό ατύχημα.
Η τροπή αυτής της συνάντησης είναι που συγκεντρώνει το ενδιαφέρον και την προσοχή του Lynch. Το πρώτο επίπεδο καταποντίζεται μέσα στη δαιμονική δίνη του δεύτερου. Αυτό που έχει σημασία πια δεν είναι η προβληματική συνείδηση της ηρωίδας πριν πάει στο HOLLYWOOD και που την οδηγεί σ’ αυτό, αλλά η διαπλοκή της συνείδησης αυτής με τη μηχανή μαζικής παραγωγής ψευδαισθήσεων, με τη συλλογική ψύχωση χωρίς υποκείμενο.
Η ψύχωση προχωράει σε τέτοιο βαθμό ολοκλήρωσης που καταργείται ως τέτοια. Σε σχέση με τα δεδομένα αυτής της ψύχωσης, το πρώτο επίπεδο είναι πραγματική υγεία. Αν στο πρώτο επίπεδο μπορούμε να αναγνωρίσουμε μια καταπιεσμένη, αλλοτριωμένη πλην υπαρκτή κοπελίτσα, στο δεύτερο δεν υπάρχει τίποτα. Ακόμη και η ψυχωτική σχέση που αναπτύσσει με την άλλη κοπέλα, όσο παθολογική κι αν φαντάζει (και είναι), ανήκει στις διαδικασίες του πρώτου επιπέδου. Η επιλεκτική ψυχωτική ταύτιση με συγκεκριμένο Ανθρώπινο πρόσωπο συνιστά μια υγιή Ανθρώπινη αντίδραση σ’ ένα σύμπαν νεκρών περιφερόμενων εικονοειδώλων, μια απελπισμένη απόπειρα απεμπλοκής από το σύμπαν αυτό και εγκαθίδρυσης μιας ιδιαίτερης, πραγματικής σχέσης ( όποιος κι αν είναι ο χαρακτήρας της ) μ’ έναν ιδιαίτερο, πραγματικό άλλο Άνθρωπο – απελπισμένη και καταδικασμένη.
Και το τέλος ; Το γεγονός ότι στο τέλος η ηρωίδα αυτοκτονεί κυνηγημένη ανελέητα από τα φαντάσματα των γονιών της δεν ανατρέπει την προτεινόμενη ιεράρχηση των δύο επιπέδων στην ψυχωτική πορεία της ηρωίδας προς την καταστροφή ; Δεν υποδηλώνει – με αρκετά σαφή μάλιστα τρόπο ( τηρουμένων των αναλογιών ) – ότι η οικογενειακή παθολογία βρίσκεται τελικά πίσω απ’ όλα, ότι στους κόλπους της εντάσσονται τόσο η αρχή όσο και το τέλος ; Oτι η επαφή της ηρωίδας με την απρόσωπη συλλογική ψύχωση δεν έκανε εν τέλει τίποτα παραπάνω από το να οδηγήσει στο λογικό τους τέρμα τις αντιφάσεις της σημαδεμένης από τις οικογενειακές αναπηρίες συνείδησής της ;
Πράγματι, όταν η αυλαία για την ηρωίδα πέφτει κανείς από το θίασο του τσίρκου του Παραλόγου δεν παρευρίσκεται. Πεθαίνει μόνη της, με τις φωνές των γονιών της να ουρλιάζουν στο μυαλό της. Στο σημείο αυτό όμως, οφείλουμε να προβούμε σ’ ένα ιδιαίτερα λεπτό αλλά πολύ ουσιαστικό διαχωρισμό. Δεν είναι η οικογενειακή παθολογία, το διαμορφωμένο μες απ’ τις αστικές διαδικασίες παραγωγής της Ανθρώπινης συνείδησης άτομο που βρίσκεται πίσω απ’ όλα, αλλά ο Άνθρωπος. Ο Άνθρωπος που στην συγκεκριμένη χρονική συγκυρία δεν έχει προλάβει να αναπτύξει τον εαυτό του σε κάτι πιο Ανθρώπινο από το αστικό άτομο, πριν καταστραφεί.
Η αναφορά του Lynch στην ατομική, οικογενειακή πλευρά της ψύχωσης της ηρωίδας είναι όση και αυτή που χρειάζεται. Περιορισμένη στα κατάλληλα σημεία και απόλυτα καυστική. Δεν είναι η ροπή των αντιφάσεων της αλλοτριωμένης ατομικής συνείδησης της ηρωίδας η πυξίδα που δείχνει προς το θάνατό της. Ο θάνατος επέρχεται μες απ’ το «λιώσιμο» της συνείδησης αυτής σε μια ιλιγγιώδη απρόσωπη ψυχοδίνη που το μόνο λογικό τέλος που μπορεί να έχει είναι ο θάνατος ( ο φυσικός μετά τον υπαρξιακό ), απ’ τη στιγμή που ούτως ή άλλως ταυτίζεται μαζί του σαν διαδικασία. Ο θάνατος του Ανθρώπου, όμως, είναι πάντα προσωπικός, όσο απρόσωπη κι αν έχει υπάρξει η ζωή του. Αυτός είναι ο λόγος που τα οικογενειακά φαντάσματα είναι τα μόνα που συνοδεύουν την ηρωίδα στο θάνατό της. Τα φαντάσματα αυτά ήταν ό,τι Ανθρώπινο είχε ποτέ πραγματικά δικό της.
Κι αν έτσι έχουν τα πράγματα, κατά ποια έννοια θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι η ψύχωση της ηρωίδας αντικατοπτρίζει τη συνολική σύγχρονη Ανθρώπινη ψύχωση ; Δεν θα ήταν άραγε αυθαίρετο και παρακινδυνευμένο να προβούμε σε μια τέτοια γενίκευση – πολύ περισσότερο δε, από τη στιγμή που ο κόσμος του HOLLYWOOD είναι κάτι ξεχωριστό και πρόδηλα διαφορετικό από τον τρόπο ζωής ( ; ) και τις καταστάσεις στις οποίες εμπλέκεται η πλειοψηφία της Ανθρωπότητας ;
Ναι, αν δεν έχουμε σκοπό να δούμε πέρα από τη μύτη μας. Ίσα-ίσα που τότε μπορούμε μέχρι και να προσάψουμε στον Lynch ότι περιστρέφεται ναρκισιστικά γύρω από το συνάφι του, και πως η ταινία δεν είναι παρά το στυλιζαρισμένο προϊόν μιας κρίσης της επαγγελματικής του συνείδησης και τίποτα περισσότερο. Όχι, αν θελήσουμε να λάβουμε στα σοβαρά υπόψη το μέγεθος και τις προεκτάσεις της σημασίας της βιομηχανίας του Θεάματος για τον σύγχρονο Παγκόσμιο Καπιταλισμό.
Αφού υπογραμμίσουμε το ολοένα αυξανόμενο οικονομικό της βάρος, μπορούμε με δυο λόγια να πούμε πως η βιομηχανία του Θεάματος αποτελεί σήμερα τον πρώτιστο ( και αναντικατάστατο, με την έννοια ότι οι παραδοσιακοί αστικοί ιδεολογικοί θεσμοί δεν θα μπορούσαν σε καμμία περίπτωση να ανταπεξέλθουν από μόνοι τους στις σύγχρονες απαιτήσεις της προπαγάνδας ) μαζικό φορέα της κυρίαρχης ιδεολογίας, των κυρίαρχων αξιών και προτύπων με πραγματικά Παγκόσμια εμβέλεια. Βρίσκεται ένα τεράστιο βήμα μπροστά σε σχέση με όλους τους υπόλοιπους.
Εκεί που οι υπόλοιποι θεσμοί συνεχίζουν να εκφράζουν και να παράγουν ιδεολογία, η βιομηχανία του Θεάματος εκφράζει την κατάργηση της ιδεολογίας και παράγει υλοποιημένη πραγματικότητα. Μ’ αυτό τον τρόπο αντανακλά και εξυπηρετεί άριστα την πραγματικότητα ενός Παγκόσμιου συστήματος που αντικειμενικά ακυρώνει την ιδεολογία ( το λόγο περί του Ανθρώπινου μέλλοντος, ακριβώς διότι ο Άνθρωπος μέσα στον Παγκόσμιο Καπιταλισμό και σύμφωνα με την οπτική του δεν έχει κανένα μέλλον ) και έχει την απόλυτη ανάγκη του καθολικού ψεύδους για να επιβιώσει. Η λογική του Θεάματος αναβαθμίζεται και επεκτείνεται συνεχώς, τείνοντας να μονοπωλήσει την κυρίαρχη κουλτούρα και το λόγο της εξουσίας.
Για παράδειγμα, μια σημαντική αλλαγή λαμβάνει χώρα στα μέσα ( κι ασφαλώς όχι στους σκοπούς ) με τα οποία οι Η.Π.Α επιχειρούν να πείσουν τον υπόλοιπο κόσμο για τις επιλογές τους στον «Παγκόσμιο Πόλεμο κατά της τρομοκρατίας», σε σχέση με τις παραδοσιακές ψυχροπολεμικές μεθόδους πολεμικής προπαγάνδας. Η προπαγάνδα αυτή στηρίζεται πλέον στις μοντέρνες τεχνικές του εμπορικού μάρκετινγκ – η «Αμερική» αντιμετωπίζεται επίσημα ως ετικέτα ενός προϊόντος που πρέπει να διαφημιστεί και να πουληθεί. Η υφυπουργός της κυβέρνησης Μπους για θέματα εξωτερικής προπαγάνδας Σαρλότ Μπηρς είναι στέλεχος διαφημιστικής εταιρείας και τοποθετήθηκε στη νευραλγική αυτή θέση με γνώμονα την επιτυχία της στη διαφημιστική εκστρατεία για το ρύζι «Uncle Ben». Η εξωτερική πολιτική των Η.Π.Α, εκφρασμένη από επίσημα χείλη, αντιμετωπίζει και χρησιμοποιεί τη βιομηχανία του HOLLYWOOD σαν κύριο μέσο για την εξάπλωση και επικράτηση των Αμερικάνικων αξιών σ’ ολόκληρη την υφήλιο. Και το κυριότερο, το νήμα που τα συνδέει όλ’ αυτά μαζί : η διάδοση ψευδών ειδήσεων, το καθαρό ψέμμα αναγορεύεται πλέον και επισήμως ( από το Γραφείο Στρατηγικής Επιρροής που σύστησε το Αμερικάνικο Πεντάγωνο μετά το χτύπημα της 11-9 ) σε εργαλείο για την Παγκόσμια προώθηση των Αμερικανικών θέσεων. Τα πράγματα, λοιπόν, είναι πολύ πιο σοβαρά απ’ ό,τι δείχνουν – για την ακρίβεια, κωμικοτραγικά…
Από την άλλη, το ζήτημα που μας απασχολεί άπτεται άμεσα του τρόπου με τον οποίο τοποθετείται κανείς απέναντι στην καλλιτεχνική δημιουργία, γενικά και ιδιαίτερα στις μέρες μας. Ακλόνητη πεποίθησή μου είναι ότι η πραγματική τέχνη ανέκαθεν διακρινόταν από το βαθμό στον οποίο καταφέρνει να εγκολπώσει τη δυναμική των αντιφάσεων της καθολικής Ανθρώπινης κατάστασης από την οποία κάθε φορά πηγάζει και στην οποία εκ των πραγμάτων εγγράφεται. Αυτό είναι κάτι που ισχύει με πολύ πιο άμεσο και ορατό τρόπο στις μέρες μας όπου το Ανθρώπινο ζήτημα τίθεται πλέον πολύ συγκεκριμένα με καθολικούς (Παγκόσμιους) όρους. Το θέμα, λοιπόν, για τα μεγάλα σύγχρονα έργα τέχνης βρίσκεται στο κατά πόσο μπορεί να δει κανείς κομμάτια της μεγάλης Ανθρώπινης Ιστορίας στην ιδιαίτερη μικρή ιστορία που το έργο αφηγείται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Από τη σύνδεση με το μεγάλο Ανθρώπινο Έργο αντλούν τη δύναμή τους τα περιεχόμενα του μικρού καλλιτεχνικού έργου.
Ο Lynch, πριν και πέρα από κορυφαίος σύγχρονος σκηνοθέτης, είναι ένας αποδεδειγμένα σπουδαίος γνώστης, ερευνητής και εκφραστής του Ανθρώπινου. Αυτό σημαίνει πως οι κορυφαίες ( αν μη τι άλλο ) κινηματογραφικές του στιγμές δεν εξαντλούνται στον εαυτό τους και τη θεματολογία τους, όσο πλούσια και πολυσύνθετη κι αν είναι αυτή. Απλά, το «MULLHOLLAND DRIVE» δεν μπορεί να είναι μόνο «μια ερωτική ιστορία στην πόλη των αγγέλων». Είναι σίγουρα κι άλλα πράγματα – κι αυτό ανεξάρτητα από τις όποιες υποκειμενικές προθέσεις του ίδιου του Lynch ( το μόνο πιο α-νόητο πράγμα από το να προσπαθήσει κανείς να αποκρυπτογραφήσει με ακρίβεια τα εγκεφαλικά βίτσια ενός μεγάλου δημιουργού, είναι το να ισχυριστεί ότι τα κατάφερε ). Αυτό που προτείνω, λοιπόν, δεν είναι παρά ένα μετα-αναγνωσιακό εγχείρημα, μια απόπειρα σύνδεσης των προθέσεων αυτών με τον καθολικό σύγχρονο Ανθρώπινο ορίζοντα. Μ’ αυτή την έννοια, αισθάνομαι ότι αποτελεί μια μεγάλη ( τη μέγιστη ίσως ) χειρονομία βαθιάς εκτίμησης προς τον καλλιτέχνη και το έργο του.
Κατόπιν αυτών των οπωσδήποτε απαραίτητων διευκρινήσεων, προχωράω και λέω : αυτό είναι το πρόσωπο της σύγχρονης Ανθρώπινης ψύχωσης. Της ψύχωσης που χαρακτηρίζει την ύστατη φάση της αποσύνθεσης του Παγκόσμιου Καπιταλισμού. Τη φάση της καθολικής απώλειας ιστορικού ( δηλ. Ανθρώπινου[1] ) νοήματος, κατά την οποία ο Παγκόσμιος Καπιταλισμός απεκδύεται κάθε Ανθρώπινης αλήθειας, στρέφεται μετωπικά εναντίον της και μετατρέπεται εξολοκλήρου σε μια μηχανή που δολοφονεί την Ανθρωπότητα.
Δεν έχουμε πια να κάνουμε με το αστικό άτομο και την αλλοτρίωσή του. Το αστικό άτομο υπήρξε ένα ιστορικά δικαιωμένο (δηλ. Ανθρώπινα πραγματικό) μοντέλο Ανθρώπινης συνείδησης που τώρα αποσυντίθεται μαζί με το σύστημα που το γέννησε και μεταλλάσσεται σε φασματική σκιά του αληθινού εαυτού του. Η παραδειγματική απεικόνιση της ψύχωσης παύει να είναι η ανάπηρη Ανθρώπινη ύπαρξη – γίνεται η νεκρή Ανθρώπινη ύπαρξη. Η δυναμική της σύγχρονης ψύχωσης καταγράφει τη μετάβαση από τη διαστροφή στην καταστροφή του Ανθρώπινου.
Στην εξελικτική πορεία της ψύχωσης της ηρωίδας μπορούμε να παρακολουθήσουμε τη διαδρομή της Ανθρώπινης ύπαρξης κατά το διάστημα που αυτή παράγεται μες από τις διαδικασίες του Παγκόσμιου Καπιταλισμού. Στο θάνατό της μπορούμε να αναγνωρίσουμε το θάνατο που βιώνει σήμερα η Ανθρωπότητα σε όλα τα επίπεδα της ύπαρξής της. Ο θάνατος, όπως και η ζωή, ενώνει στο πλαίσιό του όλες τις διαστάσεις της ύπαρξης. Ο θάνατος είναι ένας και οι μορφές του πολλές. Θάνατος φυσικός ( καπιταλιστική περιφέρεια ) και θάνατος υπαρξιακός (ανεπτυγμένα καπιταλιστικά κέντρα), θάνατος της Ανθρώπινης σάρκας και θάνατος της Ανθρώπινης επιθυμίας που εκπορεύεται απ’ αυτήν, θάνατος σαν ζώσα διαδικασία και θάνατος σαν αμετάκλητη τελική κατάληξη.
Άραγε ο θάνατος είναι η μόνη και αναπόφευκτη κατάληξη για τον Άνθρωπο σ’ αυτό το δολοφονικό Παγκόσμιο τσίρκο ; Ασφαλώς όχι. Όπως είδαμε και πριν, στην τσάντα της ηρωίδας δεν υπάρχει μόνο το Χρήμα. Υπάρχει κι ένα κλειδί, ένα κλειδί που ξεκλειδώνει το μαγικό κουτί της αλήθειας. Ποιος είναι ο κάτοχος του κλειδιού αυτού ; Μια μυστήρια, τρομαχτική φιγούρα που ζει πίσω από τον τόπο της όλης παράστασης. Μια φιγούρα απόκοσμη για τα δεδομένα του κόσμου αυτού, που μοιάζει να έρχεται από πολύ μακριά για να σκορπίσει το φόβο μέσα στα όνειρα και τις πραγματικότητες των θεατρίνων. Αυτή η φιγούρα κρατάει στα χέρια της την κρυμμένη αλήθεια όλων, μαζί και της ηρωίδας μας, είναι η φιγούρα που φοβούνται ενδόμυχα όλοι.
Στη φιγούρα αυτή ενσαρκώνεται το Ανθρώπινο ον σε όλο το μέγεθος της κοσμικής του παρουσίας. Το Ανθρώπινο ον που βρίσκεται πίσω απ’ όλα, πίσω από τους θνητούς ιστορικούς προσδιορισμούς που το ίδιο δημιουργεί για να καταστρέψει αργότερα και να δημιουργήσει άλλους. Το ον αυτό έχει τη αρχέτυπη μορφή του πρωτόγονου Ανθρώπου, του Ανθρώπου πριν ακόμη αρχίσει να δημιουργεί Ιστορία, να την προσδιορίζει και να προσδιορίζεται απ’ αυτήν. Του Ανθρώπινου ζώου που γεννήθηκε στη ζούγκλα προορισμένο από τη φυσική ειδολογική του ποιοτική ανωτερότητα να επικρατήσει πάνω σ’ όλες τις μορφές της φυσικής ζούγκλας και να επιβάλλει ένα νέο, ανώτερο Νόμο από τον φυσικό : τον φυσικά Ανθρώπινο Νόμο.
Ο κύκλος της Ιστορίας κλείνει και το Ανθρώπινο ζώο βρίσκεται πάλι στην ίδια θέση, ανυψωμένη σε ανώτερο επίπεδο. Μόνο, αντιμέτωπο με τη ζούγκλα. Μόνο που αυτή τη φορά η ζούγκλα δεν είναι φυσική – είναι τεχνητή, Ανθρώπινη. Τη δημιούργησε ο Παγκόσμιος Καπιταλισμός μιμούμενος τη φύση, μεταφέροντας ολοκληρωτικά πλέον το φυσικό νόμο του ανταγωνισμού και της επιβίωσης του ισχυρότερου στο εσωτερικό της Παγκόσμιας Ανθρώπινης κοινωνίας. Μόνο που, επίσης, αυτή τη φορά το Ανθρώπινο ζώο δεν έχει να κερδίσει τη φυσική του επιβίωση και την κυριαρχία του πάνω στα άλλα ζώα. Αυτά τα έχει ήδη κατακτήσει. Αυτή τη φορά έχει να κερδίσει μια ολόκληρη καινούργια Ανθρώπινη πραγματικότητα. Να πραγματώσει τη μετάβαση από την πραγματικότητα του Ανθρώπου-ζώου στην πραγματικότητα του Aνθρώπου-Θεού.
Ταυτόχρονα η φιγούρα αυτή, ιδωμένη σε συγχρονικό επίπεδο, είναι η μορφή του παρία. Του Ανθρώπου που δεν υπάρχει για τον ψεύτικο κόσμο του Παγκόσμιου Καπιταλισμού, που δεν έχει τίποτα στον κόσμο αυτό, ούτε καν όνομα. Κι αυτό, διότι περιμένει το νέο κόσμο για να τον ονομάσει. Το νέο κόσμο που περιμένει πίσω από το θάνατο, όχι του Ανθρώπου αλλά του Παγκόσμιου Καπιταλισμού.
Η σύγχρονη ψύχωση είναι μάρτυρας της αναπότρεπτης καταστροφής του εώς τώρα γνωστού ως Ανθρώπινου. Καμμιά νοσταλγία, κανένα πένθος δεν χρειάζεται γι’ αυτό. Ας γλεντήσουμε τη γέννηση του νέου Παγκόσμιου Ανθρώπου πάνω στα κεφάλια των επίδοξων δολοφόνων του Είδους μας, απ’ άκρη σ’ άκρη του πλανήτη. Το πάρτυ ξεκίνησε στην Αργεντινή, ποιος έχει σειρά ;


ΥΓ. Καθώς τελειώνουν αυτές οι γραμμές, καταφθάνουν τα νέα σχετικά με τη δημοσιοποίηση και μη διάψευση των Αμερικάνικων σχεδίων που αφορούν πυρηνικές επιθέσεις σε 7 χώρες-στόχους ανάμεσα στις οποίες βρίσκονται η Ρωσία και η Κίνα. Ο εφιάλτης του πυρηνικού ολοκαυτώματος…
Ο Παγκόσμιος Καπιταλισμός πάντα χρησιμοποιούσε τους πολέμους (τη «δημιουργική» καταστροφή) για να εξέλθει από τις κρίσεις του και να αναπαραχθεί εκ νέου ( βλ. κρίση του ’30 και Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος ). Σήμερα η κρίση του Παγκόσμιου Καπιταλισμού έχει αγγίξει τέτοια έκταση και βάθος, ώστε για να μπορέσει να αναπαραχθεί να έχει ανάγκη ένα πόλεμο που θα καταστρέψει την Ανθρωπότητα. Άραγε υπάρχει σαφέστερη και περιεκτικότερη έκφραση του απόλυτου ιστορικού αδιεξόδου από τη λογική ασυναρτησία που μόλις διαβάσατε ;
[1] Η ιδιαίτερη φύση του Ανθρώπου είναι η Ιστορία του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου