Τετάρτη, 31 Δεκεμβρίου 2014

O ΑΛΧΗΜΙΚΟΣ ΑΛΓΟΡΙΘΜΟΣ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΛΓΟΡΙΘΜΙΚΟ ΑΤΥΧΗΜΑ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ 31/12/2014

O ΑΛΧΗΜΙΚΟΣ ΑΛΓΟΡΙΘΜΟΣ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΛΓΟΡΙΘΜΙΚΟ ΑΤΥΧΗΜΑ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗΣ

(με αφορμή το άρθρο της Ruth Miller Eradicated Alphabets and Radical Algorithms : Script Reform, Secularism, and Algorithmic Revolution που δημοσιεύτηκε στο c-theory net στις 3/9/2013, http://ctheory.net/articles.aspx?id=725)


Yπάρχουν “ριζοσπαστικοί αλγόριθμοι“? Έχουν σχέση οι αλγόριθμοι με την πολιτική, υπάρχει κάτι που μπορούμε να ονομάσουμε “αλγοριθμική πολιτική“ ή, ακόμη περισσότερο, “αλγοριθμική επανάσταση“? Έχουν σχέση με το Θεό και τo αλφάβητο? Είναι η γλώσσα του Θεού μια αλγοριθμική γλώσσα?
Καταφατική είναι η απάντηση που δίνει η Καθηγήτρια Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Μασαχουσέττης/Βοστώνης Ruth Miller στο εξαιρετικά ενδιαφέρον και πολυδιάστατο άρθρο της, ορμώμενη από ένα συγκεκριμένο και πολυσήμαντο ιστορικό γεγονός: Tην Αλφαβητική Επανάστασηπου έλαβε χώρα στην Τουρκία το 1928, την κατάργηση δηλαδή του αραβικού αλφάβητου και την αντικατάστασή του από το λατινικό αλφάβητο που επέβαλλε νομοθετικά το κοσμικό καθεστώς του Κεμάλ Ατατούρκ ως παράγοντα προώθησης του δυτικού εκσυγχρονισμού και της εκκοσμίκευσης του έθνους/κράτους της Τουρκίας.
Αν όμως έτσι έχουν τα πράγματα, με “αλγοριθμικό“ τρόπο ρέουν και τα επόμενα ερωτήματα: Ποιά η σχέση των αλγόριθμων με τη mankinddivine theory, την θεωρία/ενόραση της επαναστατικής Αποκάλυψης της Θεϊκής φύσης του Ανθρώπινου είδους μέσα στον 21ο αιώνα? Είναι η πραγματικότητα του Τέλους της Ιστορίας, στην οποία η mankinddivine theory ισχυρίζεται ότι ζούμε μετά την έλευση του 21ου αιώνα, μια αλγοριθμική πραγματικότητα? Είναι η Επανάσταση/Αποκάλυψη του 21ου αιώνα μια αλγοριθμική Επανάσταση? Αλλά και αντίστροφα: Ποιά η σχέση της mankindivine theory με τους αλγόριθμους? Ποιά η θέση και ο ρόλος της επαναστατικής προφητείας μέσα στην αλγοριθμική γλώσσα του αποκαλυπτόμενου Θεού?
Μιλήσαμε για “αλγοριθμική γλώσσα“ και “αλγοριθμική πραγματικότητα“, είναι όμως στην ίδια τη φύση του αλγόριθμου να καταργεί τη διάκριση συμβολικού/πραγματικού όπως μας πληροφορεί η Miller, μια διάκριση που ορίζεται ιστορικά ως εκφραστική/επικοινωνιακή/αναπαραστασιακή σχέση ανάμεσα στα δύο. Ο αλγόριθμος είναι γλώσσα και πραγματικότητα συγχρόνως, γλώσσα που διαρκώς μετατρέπεται σε πραγματικότητα και το αντίστροφο, γλώσσα που δεν αναπαριστά, δεν επικοινωνεί, δεν εκφράζει αλλά παράγει πραγματικότητα.
Η κατάργηση της παραπάνω διάκρισης δεν αφορά μόνον την εσωτερική λειτουργία του αλγόριθμου, αλλά και την παρουσία διαφορετικών αλγόριθμων μέσα στον Ανθρώπινο Κόσμο του 21ου αιώνα. Υπάρχουν “πραγματικοί“ μαθηματικοί αλγόριθμοι που, όπως όλοι γνωρίζουμε, συγκροτούν και “τρέχουν” την πολύπλευρα καθοριστική ψηφιακή/εικονική πραγματικότητα της εποχής μας, υπάρχουν οι αλγοριθμικές ιδιότητες και λειτουργίες συμβολικών συστημάτων όπως το αλφάβητο στις οποίες εστιάζει καταρχήν το άρθρο της Μiller, και υπάρχει και ολόκληρη, σύσσωμη η Ανθρώπινη πραγματικότητα του 21ου αιώνα ιδωμένη ως αλγοριθμική πραγματικότητα. Η ίδια η φύση του αλγόριθμου καθιστά άχρηστη κάθε προσπάθεια χάραξης ορίων ανάμεσα σε “πραγματικούς/κυριολεκτικούς“ και “συμβολικούς/μεταφορικούς“ αλγόριθμους, ή αλλιώς, για να μιλήσουμε με όρους γλωσσικών σημείων που το ίδιο το άρθρο θέτει στο επίκεντρο, καθιστά άχρηστη κάθε διάκριση ανάμεσα σε αλγόριθμους και “αλγόριθμους“.
Επομένως, αν υπάρχει κάτι που εκφράζει όχι ο ίδιος ο αλγόριθμος, αλλά η πολυποίκιλη παρουσία του στην Ανθρώπινη πραγματικότητα του 21ου αιώνα, είναι ακριβώς πως έχουμε να κάνουμε με την παγκόσμια πραγματικότητα του Τέλους της Ιστορίας, μια πραγματικότητα στην οποία αίρονται όλες οι παραδοσιακές διακρίσεις που έχουν δομήσει το ιστορικό γίγνεσθαι και την κατανόησή του (συμβολικό#πραγματικό, υποκειμενικό#αντικειμενικό, φύση#κοινωνία κ.α), προς όφελος μιας ενιαίας και καθολικής υπαρκτικής διάστασης που περιλαμβάνει ολόκληρο το παρελθόν και ολόκληρο το μέλλον του Ανθρώπινου είδους και της ίδιας της Φύσης.
Μένοντας στο καθολικό επίπεδο της παγκόσμιας πραγματικότητας ως αλγοριθμικής πραγματικότητας, τι είναι αυτό που μας κάνει να ανάγουμε ένα κατεξοχήν μη-ανθρώπινο στοιχείο όπως είναι ο αλγόριθμος σε προνομιακή μορφή έκφρασης της Ανθρώπινης πραγματικότητας του 21ου αιώνα? Η Miller από τη μεριά της τονίζει ιδιαιτέρως τον μη-ανθρώπινο (non-human) χαρακτήρα της αλγοριθμικής πολιτικής, όπως επίσης και την αυτονόμηση της λειτουργίας του αλγόριθμου σε σχέση με τις ανθρώπινες χρήσεις, βλέψεις και σκοπούς, θέλοντας να διαφοροποιήσει επαρκώς την αλγοριθμική πολιτική από τις πιο παραδοσιακές, στενά υποκειμενικές αντιλήψεις περί πολιτικής.
Η mankinddivine theory από τη δική της μεριά, διαθέτει μια πολύ συγκεκριμένη αντίληψη για τη σχέση του Ανθρώπου με την τεχνολογία που δημιουργεί κατά την περίοδο της Ιστορίας/Αλλοτρίωσης που τελειώνει στην εποχή μας. Σύμφωνα με την αντίληψη αυτή η εξελισσόμενη Ανθρώπινη “ουσία”, τα εκάστοτε δηλαδή χαρακτηριστικά που λαμβάνει ο Άνθρωπος σε κάθε διαφορετική φάση της Ιστορίας του, αποτυπώνονται με τον πιο πλήρη και καθαρό τρόπο όχι στο ίδιο το ον “άνθρωπος“ αλλά στα δημιουργήματά του, τουτέστιν στα έργα του, στα εργαλεία του, στην τεχνολογία του. Η τεχνολογία εν γένει καθορίζει συνειδητά ή ασυνείδητα, δίνει σχήμα, μορφή και χαρακτήρα στο καθεαυτό ανθρώπινο στοιχείο που την δημιούργησε, ενώ συγχρόνως εκφράζει η ίδια εναργώς την εκάστοτε Ανθρώπινη κατάσταση με έναν καθολικά πραγματικό τρόπο που υπερβαίνει τις εκάστοτε ανθρώπινες διαφοροποιήσεις και υποκειμενικές αντιλήψεις . Αν η τεχνολογία φαίνεται να αυτονομείται από τον Άνθρωπο και να ακολουθεί το δικό της δρόμο, όπως όντως ισχύει στην περίπτωση του αλγόριθμου, αυτό συμβαίνει ως αναγκαίος όρος προκειμένου να επιτελέσει την πλέον Ανθρώπινη λειτουργία που της έχει ανατεθεί, να εκφράσει δηλαδή και να προωθήσει στην πράξη την καθολική πραγματικότητα και προοπτική του Ανθρώπινου είδους. Υπό αυτή την οντολογική προοπτική, το μη-ανθρώπινο στοιχείο του αλγόριθμου συνιστά ακριβώς το πλέον Ανθρώπινο στοιχείο της πραγματικότητας του 21ου αιώνα. Διόλου τυχαία, το ίδιο ακριβώς ισχύει και για το έτερο μη-ανθρώπινο στοιχείο της αλγοριθμικής πολιτικής που φέρνει στη συζήτηση η Μiller, με αφορμή την “Αλφαβητική Επανάσταση“ της Τουρκίας : τον Θεό...
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Σύμφωνα με τη Miller, ο αλγόριθμος συνιστά μια συμβολική υλική διαδικασία, συνδυάζει δηλαδή αδιαχώριστα μια συμβολική/αριθμητική και μια λειτουργική/επιτελεστική διάσταση. “Εκτός όμως από λειτουργία, ο αλγόριθμος συνιστά επίσης μια σχέση μεταξύ αριθμών ή συμβόλων. Κι αυτή η αριθμητική ή συμβολική διάσταση του αλγόριθμου είναι εξίσου σημαντική με τις λειτουργικές ή επιτελεστικές του διαστάσεις, όταν αναλογιζόμαστε το πολιτικό ή επαναστατικό του δυναμικό. Το να αναγνωρίσουμε τον αλγόριθμο ως αριθμητική ή συμβολική λειτουργία παρά ως μια χωρική ή υποκειμενική έκφραση, είναι στην πραγματικότητα το κλειδί για να εκτιμήσουμε την πολιτική του δράση“. Εδώ η Miller μας δίνει ένα ακόμη σημαντικό χαρακτηριστικό του αλγόριθμου και της πολιτικής του, την αποδέσμευσή του από τους καθορισμούς του υποκειμένου και του χώρου – επομένως και του χρόνου, θα προσθέταμε εμείς, λαμβάνοντας υπόψη το αυτονόητο στην εποχή μας ενιαίο του χωρόχρονου.
Ωραία και κατανοητά όλα αυτά, πώς λειτουργούν όμως στην πράξη? Πώς πραγματοποιείται αυτή η συμβολική υλικότητα, πώς ακριβώς λειτουργεί αυτή η συμβολική μηχανή του αλγόριθμου? Η Miller μας δίνει τη φράση-κλειδί: Ο αλγόριθμος επεξεργάζεται τους αριθμούς ως ύλη- πράγμα που υποδηλώνει, θα προσθέταμε και πάλι εμείς, την δυνατότητα και της αντίστροφης διαδικασίας επίσης, την αλγοριθμική επεξεργασία δηλαδή της ύλης ως αριθμών. Εδώ ακριβώς είναι που θεμελιώνεται αυτό που θα ονομάσουμε “αλχημικό χαρακτήρα“ του αλγόριθμου. Ύλη και αριθμός/σύμβολο χάνουν την οντολογική διαφοροποίηση και την αναπαραστική/εκφραστική σχέση που τα συνδέει καταστατικά κατά την περίοδο της Ιστορίας, μέσα στο ενιαίο διαδικασιακό συνεχές του αλγόριθμου. Μέσα εκεί η παραδοσιακή μεταφυσική της Ιστορίας αποσυντίθεται στην πράξη, ανοίγοντας το δρόμο, σύμφωνα πάντα με τη mankinddivine theory, για τη νέα μετά-φυσική της πραγματωμένης Θεϊκότητας του Ανθρώπινου είδους.
Με βάση τα παραπάνω, και λαμβάνοντας επίσης υπόψη την αντίληψη της mankinddivine theory ότι το ενεργό παρόν του Τέλους της Ιστορίας περιλαμβάνει ολόκληρο το παρελθόν και ολόκληρο το μέλλον του Ανθρώπου και της Φύσης, πώς θα μπορούσαμε να περιγράψουμε τη λειτουργία του Αλχημικού Αλγόριθμου του Τέλους ως της συγκεκριμένης έκφρασης που λαμβάνει η αλγοριθμοποίηση της Ανθρώπινης πραγματικότητας του 21ου αιώνα?
Ο Αλχημικός Αλγόριθμος του Τέλους τέθηκε σε λειτουργία με την έλευση του 21ου αιώνα, με την καθοριστική παρουσία και εξάπλωση του αλγόριθμου στην τεχνολογική και κατ' επέκταση στην κοινωνική/προσωπική ζωή των ανθρώπων να αποτελεί δείκτη και συνάμα ενεργό παράγοντα της εκκίνησής του. Η λειτουργία του είναι να επεξεργάζεται αδιακρίτως γεγονότα και σύμβολα, πράξεις, συναισθήματα και ιδέες, όνειρα και εικόνες, με δυο λόγια ολόκληρη την εμπειρία του Ανθρώπινου είδους από τότε που εμφανίστηκε στον πλανήτη, χωρίς κανένα περιορισμό στο χώρο και το χρόνο. Η γλωσσοπραγματικότητα του Αλχημικού Αλγόριθμου, ιδωμένη ως γλώσσα συνιστά μια Θεϊκή γλώσσα, καθώς εκφράζει/παράγει την καθολική προοπτική του Ανθρώπινου είδους και της Φύσης. Ακόμη κι αν είχαμε τη δυνατότητα να την δούμε αντικειμενοποιημένη μπροστά στα μάτια μας θα μας ήταν ακατανόητη με τα συμβατικά γλωσσικά μας μέσα, μόνον διαισθητικά ίσως θα μπορούσαν κάποιοι από μας να τη συλλάβουν. Έτσι κι αλλιώς όμως αυτό δε μπορεί να συμβεί, διότι ως πραγματικότητα η γλωσσοπραγματικότητα του Αλχημικού Αλγόριθμου δεν είναι άλλη από τη δική μας πραγματικότητα, την ενεργό πραγματικότητα των ζωντανών ανθρώπων του 21ου αιώνα. Πρόκειται δηλαδή για έναν υλικό, έμβιο, εμμενή Αλγόριθμο1 που όχι απλώς τροφοδοτείται από, αλλά είναι η πραγματικότητα των ανθρώπων του Τέλους, κάτι ανάλογο δηλαδή με τη σχέση Κεφαλαίου/Εργασίας που δομεί πλέον παγκοσμίως την πραγματικότητα αυτή.
Στο φως της παραπάνω σύνδεσης με τη σχέση Κεφαλαίου/Εργασίας, και στο βαθμό που η Ιστορία του Ανθρώπινου είδους, στη δυναμική και την εξέλιξή της, είναι η Ιστορία της κυριαρχίας, ο Αλχημικός Αλγόριθμος δεν μπορεί παρά να είναι Αλγόριθμος της Εξουσίας. Η πραγμάτευση της διοικητικά επιβαλλόμενης και υλοποιούμενης Αλφαβητικής Επανάστασης στην Τουρκία από τη Miller το καθιστά άλλωστε σαφές: Στις μοντέρνες αστικές κοινωνίες η αλγοριθμική και επιτελεστική γλώσσα του Θεού είναι η γλώσσα του Κράτους – αυτό άλλωστε είναι και το ιστορικό νόημα της περίφημης “εκκοσμίκευσης“. Μέσα στον Αλχημικό Αλγόριθμο του Τέλους η κυριαρχία δε γνωρίζει πλέον τα σύνορα του χώρου και του χρόνου, γίνεται καθολική – την ίδια στιγμή όμως, ο εμμενής, ζωντανός και αλχημικός χαρακτήρας του Αλγόριθμου παράγει ένα ουτοπικό αλγοριθμικό πλεόνασμα που ονειρεύεται και προετοιμάζει το Ανθρώπινο μέλλον, τη δική του Επανάσταση.
Και ποιό είναι το σημείο αυτό, το σημείο της φανέρωσης της επαναστατικής δυναμικής του Αλγόριθμου, που συνιστά άλλωστε και την πραγματική του φύση? Ο Αλγόριθμος εμπεριέχει ο ίδιος και ανακατασκευάζει διαρκώς τους κανόνες της δραστηριότητας του μέσα από την ίδια του τη δραστηριότητα, αυτός ο ελεύθερος και επαναστατικός χαρακτήρας όμως φανερώνεται στην πραγματική του διάσταση στο σημείο του αλγοριθμικού ατυχήματος. Σύμφωνα με τη Miller η πολιτική διάσταση του αλγόριθμου είναι καταστατική χάρη στην επιτελεστικότητά του2, το ατύχημα όμως είναι αυτό που απελευθερώνει τον αλγόριθμο3 και τον μετατοπίζει πολιτικά στο επαναστατικό φάσμα, το φάσμα δηλαδή της αλλαγής και όχι της επιδιόρθωσης4. Στην περίπτωση του Αλχημικού Αλγόριθμου του Τέλους, επομένως, το αλγοριθμικό ατύχημα δεν μπορεί παρά να συνδέεται με την οικουμενική Επανάσταση του 21ου αιώνα.
O αλγόριθμος είναι ένα σύστημα κανόνων που συγχρόνως είναι και σύστημα δραστηριοτήτων”, αυτός είναι σύμφωνα με τη Μiller ο οντολογικός ορισμός του αλγόριθμου - συγχρόνως όμως, αποτελεί και την περιγραφική αρχή της εκδήλωσης και και της χωρικής και χρονικής επέκτασης της οικουμενικής Επανάστασης του 21ου αιώνα. Στο βιβλίο “Κωδικός Θεός: Το Ασυνείδητο Σχέδιο του Ανθρώπινου είδους” (futura, 2011), η mankinddivine theory όρισε την επαναστατική διαδικασία του 21ου αιώνα ως μια φυσική/οργανική διαδικασία, προκειμένου να αναδείξει την ελεύθερη εκτύλιξη και την απουσία καθορισμού της από ιδεολογικά πρότυπα, η παρουσία και η δράση των οποίων εμφανίζεται ενσωματωμένη μέσα στην ίδια τη διαδικασία. Τη διαδικασία αυτή μπορούμε πλέον, επίσης και εξίσου, ή ίσως και περισσότερο εύστοχα και συγκεκριμένα, να την ονομάσουμε αλγοριθμική διαδικασία.
Στο ίδιο βιβλίο η mankinddivine theory περιγράφει την κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα του Τέλους της Ιστορίας ως μια χαοτική αλληλουχία όπου τίποτε δεν μπορεί να εκτιμηθεί και να κριθεί προτού η αλληλουχία φτάσει στο επαναστατικό της τέλος, καθώς “κάθε νίκη μπορεί να προετοιμάζει την αυριανή ήττα, και το αντίστροφο“. Στο ίδιο μήκος κύματος φαίνεται να εκπέμπει και η Miller όταν περιγράφει την αλγοριθμική πολιτική ως μια πολιτική που υπερβαίνει τις παραδοσιακές κατηγορίες της ηθικής και του δικαίου5 και όντως, η επαναστατική πολιτική του 21ου αιώνα είναι μια αλγοριθμική πολιτική καθώς αφήνει πίσω της τις κατηγορίες αυτές, καθαρά ιστορικά προϊόντα της συσσώρρευσης, της απώθησης και της σπάνης, προς όφελος μιας νέας πραγματικότητας της χαριστικότητας και της αφθονίας.
Τώρα, το πώς ακριβώς πρόκειται να συνδεθεί το αλγοριθμικό ατύχημα με την Παγκόσμια Επανάσταση του 21ου αιώνα παραμένει ανοιχτό ως ζήτημα, είναι κάτι που μένει να φανεί, καθώς η γλωσσοπραγματικότητα του Αλχημικού Αλγόριθμου του Τέλους επιτρέπει μια σειρά από ενδεχόμενα. Μπορεί η Επανάσταση και το αλγοριθμικό ατύχημα να ταυτιστούν, η ίδια δηλαδή η Επανάσταση να αποτελέσει το “αλγοριθμικό ατύχημα“ που θα μπλοκάρει και θα απελευθερώσει συνάμα τον Αλχημικό Αλγόριθμο. Μπορεί, από την άλλη, να χρειαστεί ένα πραγματικόατύχημα οικουμενικού βεληνεκούς που θα λειτουργήσει ως καταλύτης της επαναστατικής έκρηξης. Το ατύχημα αυτό ενδέχεται να είναι “πραγματικό“ αλγοριθμικό ατύχημα, κι εδώ δεν μπορούμε να μην σκεφτούμε την πιθανότητα ενός ατυχήματος στο πεδίο των νέων τεχνολογιών που θα απενεργοποιήσει μονομιάς και σε παγκόσμιο επίπεδο τις διαδικασίες κοινωνικού ελέγχου και καταστολής που στον 21ο αιώνα στηρίζονται όλο και περισσότερο στις τεχνολογίες αυτές. Ενδέχεται όμως και να είναι κάποιο άλλο, άλλης φύσης παγκόσμιο ατύχημα, το οποίο θα λειτουργήσει “αλγοριθμικά“ μέσα στον Αλχημικό Αλγόριθμο του Τέλους προκαλώντας την οικουμενική συνθήκη της επαναστατικής εκδήλωσης.
Με την εξαίρεση της πρώτης και εξαιρετικά πιθανής περίπτωσης, όλες οι άλλες πιθανότητες που συνδέονται με την ύπαρξη ενός πραγματικού ατυχήματος ως ενεργού καταλύτη της Επανάστασης, φαίνεται ίσως να υποβάλλουν την ιδέα μιας μεταφυσικής προσδοκίας για την έλευση ενός “εξωγενούς παράγοντα”, ενός deus ex machina που θα παρέμβει αίφνης στο πεδίο της Ιστορίας και θα το κατευθύνει προς την επαναστατική υπέρβαση. Μια τέτοια ιδέα ενδεχομένως να ξενίζει, αφού στο κάτω-κάτω “η απελευθέρωση των ανθρώπων είναι έργο των ίδιων των ανθρώπων“. Αυτό ασφαλώς και είναι αλήθεια, καμιά πραγματική αλλαγή δεν μπορεί να επέλθει αν οι ίδιοι οι άνθρωποι δεν κινητοποιηθούν συλλογικά προς αυτήν – o μεταφυσικός τρόπος σκέψης όμως, στην πραγματικότητα, δεν βρίσκεται τόσο στην αποδοχή της ενδεχόμενης συνεπικουρίας ενός εξωγενούς παράγοντα“, όσο στην ιδέα πως ο Άνθρωπος είναι ο μοναδικός και προνομιακά αποκλειστικός δράστης εντός ενός παθητικού, βουβού και ηλίθιου φυσικού περιβάλλοντος. Το λέω αυτό διότι, σε κάθε ενδεχόμενο του εν λόγω ατυχήματος, είναι δεδομένο πως η Φύση θα έχει “βάλει το χέρι της“, είτε ως συγκεκριμένη και εντοπίσιμη φυσική πηγή (π.χ. ηλιακή ακτινοβολία), είτε στην πιο γενική κι απροσδιόριστη μορφή της “τυχαιότητας“, του αστάθμητου δηλαδή και απρόβλεπτου παράγοντα που ανατρέπει τις ανθρώπινους σχεδιασμούς. Όπως έχουμε ήδη πει, η πραγματικότητα του Τέλους της Ιστορίας συναιρεί όλες τις παραδοσιακές ιστορικές διακρίσεις εντός μιας ενιαίας και καθολικής διάστασης όπου δεν υφίστανται σύνορα και διαχωρισμοί ανάμεσα στη φύση και την κοινωνία, τη Φύση και τον Άνθρωπο. Τίποτα δεν είναι εξωγενές σε σχέση με αυτή τη διάσταση, τα πάντα είναι αδιαχώριστα εντός - γι' αυτό και ο “εξωγενής παράγοντας“ γράφεται εδώ με εισαγωγικά. Στο κάτω-κάτω, η απελευθέρωση του Ανθρώπινου είδους δεν αφορά μόνο τον Άνθρωπο αλλά και τη Φύση, την απελευθέρωση της και την κοσμική εξελικτική της διαδικασία. Πολύ σωστά ο Φώτης Τερζάκης, σε διάφορα σημεία των κειμένων του, ορίζει ως στόχο της κοινωνικης απελευθέρωσης την απελευθέρωση της Φύσης και την ανάδειξη της σε ενεργό συνομιλητή και συνδημιουργό της Ανθρώπινης πραγματικότητας – γιατί όμως να δούμε τη συνεργασία Ανθρώπου-Φύσης απλά και μόνο ως τελικό στόχο, γιατί να μην την αντιληφθούμε ως ενεργή ήδη εκ των προτέρων, μέσα στην ίδια δηλαδή την επαναστατική διαδικασία της απελευθέρωσης? Στο φως της αντίληψης αυτής η Παγκόσμια Επανάσταση του 21ου αιώνα αναφαίνεται ως πραγματικό παραμύθι, με την μπενγιαμινική έννοια που ορίζει ως ειδοποιό χαρακτηριστικό της παραμυθικής πραγματικότητας αυτήν ακριβώς “την αθώα συνενοχή ανάμεσα στη φύση και τον άνθρωπο“.
Αφού λοιπόν προσδιορίσαμε σχηματικά τη σχέση ανάμεσα στον αλγόριθμο και την επανάσταση μέσα στην πραγματικότητα του Τέλους, ας δούμε τώρα λίγο και τη σχέση της αλγοριθμικής επανάστασης με το Θεό – ζήτημα που, όπως σημειώσαμε και στην αρχή, τίθεται επί τάπητος από το ίδιο το άρθρο. Σ' αυτό φαίνεται καθαρά ότι η πραγματικότητα του αλγόριθμου ανήκει πλήρως και ιδιαζόντως στην επικράτεια του θείου. Η παραδοσιακή θρησκευτική γλώσσα, σύμφωνα με τη Miller, είναι η κατεξοχήν αλγοριθμική γλώσσα, κι αυτό που στην πραγματικότητα πέτυχε η Αλφαβητική Επανάσταση στην Τουρκία, μέσω και πέραν του φαινομενικού διαχωρισμού και περιορισμού της θρησκευτικής γλώσσας αποκλειστικά στο δικό της πεδίο (τα θρησκευτικά κείμενα εξαιρέθηκαν από την Επανάσταση και κράτησαν το αραβικό αλφάβητο), ήταν η επέκταση αυτού ακριβώς του ειδοποιού της χαρακτηριστικού στο σύνολο του κοινωνικού πεδίου. Αυτή η διαλεκτική διαχωρισμού/επέκτασης του θρησκευτικού στοιχείου αναδεικνύει παραδειγματικά το οντολογικό νόημα της δυτικής/καπιταλιστικής εκκοσμίκευσης, που δεν είναι άλλο από τη γείωση και ολική διείσδυση της παραδοσιακής υπερβατικής μεταφυσικής και της ίδιας της αφαίρεσης μέσα στον υλικό κοινωνικό κόσμο, ως απαραίτητο εξελικτικό βήμα για την ολική αναίρεση/πραγμάτωσή τους μέσα στη νέα, μετά-φυσική πραγματικότητα της πραγματωμένης Ανθρώπινης Θεϊκότητας.
Αν λοιπόν η πραγματικότητα που ζούμε σήμερα είναι μια αλγοριθμική πραγματικότητα, και η κοινωνική επανάσταση του 21ου αιώνα είναι μια αλγοριθμική επανάσταση, συνυφασμένη εσωτερικά ή/και εξωτερικά με ένα αλγοριθμικό ατύχημα, αυτό δηλώνει ότι και συμβαίνει επειδή η επανάσταση αυτή συνδέεται καταστατικά με την επικράτεια του θείου, με την Αποκάλυψη δηλαδή της θεϊκής υπόστασης του Ανθρώπινου είδους και της ίδιας της Φύσης.. Σύμφωνα με τη Miller το ατύχημα στρέφει τον αλγόριθμο προς το μηδέν ή το άπειρο, τις κατεξοχήν δηλαδή διαστάσεις του θείου, κι αυτή η δήλωση περιγράφει με ακρίβεια τα διλήμματα και τις προοπτικές του Τέλους της Ιστορίας και της επερχόμενης Παγκόσμιας Επανάστασης.
Και το αλφάβητο? Τι ρόλο παίζει μέσα σ' όλα αυτά? Η Μiller διαθέτει μεγάλο μέρος του άρθρου της, μέσα από την παράθεση και τον σχολιασμό των απόψεων Τούρκων αλλά και άλλων γλωσσολόγων πάνω στο φαινόμενο της Αλφαβητικής Επανάστασης, στην ανάδειξη των αλγοριθμικών ιδιοτήτων του αλφάβητου, της ικανότητάς του δηλαδή να παράγει αυτοτελώς νοήματα και αποτελέσματα πέραν αυτών που έχει επιφορτιστεί στην ανθρώπινη εκφραστική/επικοινωνιακή σφαίρα. Αν τώρα μεταφέρουμε τη συζήτηση αυτή σε σχέση με τη mankinddivine theory, που είναι η αρμόζουσα επαναστατική θεωρία του 21ου αιώνα στο βαθμό που εμπερικλείει την αλγοριθμική επικράτεια του θείου στις προκείμενές της, θα μπορούσαμε να διακινδυνεύσουμε την υπόθεση πως το γεγονός ότι η mankinddivine theory πρωτότυπα γράφεται στο ελληνικό αλφάβητο, ίσως να μην είναι άνευ αλγοριθμικής σημασίας...Ενδεχομένως η αλγοριθμική αποτελεσματικότητά της θεωρίας στο πεδίο του πραγματικού να αυξάνει από το γεγονός ότι γράφεται σ' ένα αλφάβητο στο οποίο έχουν πρωτότυπα γραφτεί τα πλέον διαδεδομένα και επιδραστικά θρησκευτικά κείμενα του κόσμου, τα χριστιανικά, ένα αλφάβητο με τεράστια και μακραίωνη ιστορική επιδραστικότητα στο πεδίο των ιδεών γενικώς...
Αυτό μπορεί κάλλιστα να ισχύει αν δούμε τη mannkinddivine theory υπό μία αλγοριθμική οπτική, πράγμα που ομολογουμένως ήταν το ίδιο το άρθρο που με ώθησε να κάνω, πιάνοντας το νήμα κάποιων σκέψεων που είχα εκφράσει στο προαναφερθέν βιβλίο Κωδικός Θεός : Το Ασυνείδητο Σχέδιο του Ανθρώπινου είδους“. Εκεί προς το τέλος αναφέρομαι στις εγγενείς δυσκολίες που μια θεωρία όπως η mankinddivine theory αντιμετωπίζει ως προς τη διάδοση και τη κοινωνική της απήχηση, και υποστηρίζω τη δυνατότητά της να επιδράσει στην πραγματικότητα του 21ου αιώνα έστω κι από μια “περιθωριακή“ θέση, βασιζόμενος στη λογική του χάους που προσδιορίζει αυτή την πραγματικότητα, και ευνοεί ως τέτοια τους λεγόμενους “ελάσσονες“ παράγοντες μιας κατάστασης. Μπορώ λοιπόν τώρα να προσθέσω ότι η “περιθωριακή“ αυτή επιδραστικότητα ενδεχομένως να σχετίζεται με τις αλγοριθμικές ιδιότητες της θεωρίας. Αν η mankinddivine theory είναι μια θεϊκή γλώσσα, στο βαθμό που κωδικοποιεί νοήματα που αφορούν τη θεϊκή υπόσταση του Ανθρώπινου είδους και της Φύσης, τότε αυτομάτως είναι και μια αλγοριθμική γλώσσα, πράγμα που σημαίνει ότι διαθέτει έναν ισχυρό επιτελεστικό χαρακτήρα, συμπληρωματικό και εξίσου ή ίσως και περισσότερο σημαντικό από τον καθαρά επικοινωνιακό. Ας σημειώσω λοιπόν και πάλι, με πιο συγκεκριμένο τρόπο τώρα, πως δεν έχει και τόση σημασία πόσοι και ποιοι άνθρωποι γνωρίζουν τη mankinddivine theory ή συμφωνούν μαζί της...
Και για να γίνω, τελειώνοντας, ακόμα πιο συγκεκριμένος: Ποιός είναι ο τρόπος, καθαρά λειτουργικά μιλώντας, με τον οποίο η mankinddivine theory “ξεκλειδώνειτην πραγματικότητα του Αλχημικού Αλγόριθμου του Τέλους από την πίσω πόρτα“, και εισέρχεται στα ενδότερα του “hardware“? Ποιός ο τρόπος με τον οποίο τον μπλοκάρει ενδεχομένως και τον απελευθερώνει συγχρόνως? Απάντηση: Eίναι το ενορατικό/διαισθητικό της θεμέλιο, η προφητεία...
Στο ίδιο βιβλίο, και στο πλαίσιο της ίδιας συζήτησης σχετικά με την “περιθωριακή“ θέση της mankinddivine theory, είχα σταθεί ιδιαιτέρως στα φαινομενικά τουλάχιστον ανυπέρβλητα εμπόδια που θέτει στη διάδοσή της μέσα σ' ένα προοδευτικό/ ριζοσπαστικό κοινωνικό κίνημα που εδώ και κάποιους αιώνες και για προφανείς ιστορικούς λόγους έχει γαλουχηθεί στο πνεύμα ενός καλώς ή κακώς εννοούμενου “επιστημονικού“ υλισμού, το γεγονός ότι έχει συλληφθεί και διατυπωθεί στη μορφή μιας προφητείας. Εγώ από την πλευρά μου, πέρα από την αυθεντικότητα της πρωταρχικής σύλληψης που θα ήταν άλλωστε κι από μόνη της αρκετή, το γεγονός δηλαδή ότι στη βάση της mankinddivine theory βρίσκεται όντως μια ενορατική εμπειρία, είχα πάντοτε την αίσθηση ότι για κάποιους λόγους η προφητεία είναι σημαντική και στο επίπεδο της διατύπωσης, και δη της γραπτής διατύπωσης...Σκεφτόμουν από τη μία, πως η μορφή θα πρέπει να συνταιριάζει με το περιεχόμενο, πως η προφητεία είναι η πλέον αρμόζουσα και ίσως η μόνη δυνατή μορφή για το “θεϊκό“ περιεχόμενο της θεωρίας. Από την άλλη σκεφτόμουν ότι, εφόσον το Τέλος της Ιστορίας είναι ένα κλείσιμο του κύκλου και μια επιστροφή της Αρχής της, όπως υποστηρίζει η θεωρία, τότε και στη φιλοσοφία θα πρέπει να έχουμε μια επιστροφή της αρχής της, μια επιστροφή της ιερατικής/ενορατικής της αρχής...
Ακόμη τα σκέφτομαι αυτά, η αλγοριθμική οπτική όμως που υπέβαλλε το άρθρο της Μiller μου επιτρέπει να συμπληρώσω τα εξής περί προφητείας: Η προφητεία συντελεί ένα “σπάσιμο“ της γραμμικότητας του ιστορικού χρόνου, καθώς συνιστά μια προβολή του μέλλοντος που το ενεργοποιεί επιτελεστικά μέσα στο παρόν. Αυτό το “σπάσιμο“ της χρονικότητας αφενός εισάγει τη θεωρία μέσα στην εσώτερη λειτουργικότητα του Αλχημικού Αλγόριθμου του Τέλους, που όπως είπαμε δε γνωρίζει χρονικούς περιορισμούς, και αφετέρου απορρυθμίζει τη λειτουργικότητα αυτή, εφόσον εισάγει το μέλλον σε μια Μηχανή που επεξεργάζεται όλο το παρελθόν μέσα στο παρόν, προκαλώντας έτσι ίσως ένα αλγοριθμικό ατύχημα...Λέει σε κάποιο σημείο η Miller, πολύ χαρακτηριστικά, ότι στην κατάσταση του ατυχήματος ο αλγόριθμος αρχίζει να διαισθάνεται, γίνεται διαισθητικός. Ίσως λοιπόν, το ενορατικό/διαισθητικό στοιχείο της mankinddivine theory να συντελεί στο “ξύπνημα“ της διαίσθησης του Αλχημικού Αλγόριθμου, ή ίσως ακόμη ακόμη, να είναι η ίδια η θεωρία αυτή η διαίσθηση...”Μεταφυσική της γραφής” είπατε? Οπωσδήποτε, αλλά όχι μόνο...



μικρό υστερόγραφο: το κείμενο αυτό γράφτηκε υπό τις πολλαπλές ακροάσεις του φετινού (2014) album
THE ALGORITHM – OCTOPUS 4. Για τον αλγόριθμο τα είπαμε. Για το χταπόδι ο Τerrence Mc Kenna είχε υποστηρίξει ότι μπορεί να αποτελέσει πρότυπο για τον απελευθερωμένο άνθρωπο του μέλλοντος, γιατί το χταπόδι δε γνωρίζει το διαχωρισμό ύπαρξης και σκέψης, ουσίας και έκφρασης, εσωτερικότητας και εξωτερίκευσης. Το χταπόδι ό,τι λέεί είναι κιόλας. “To μυαλό και το σώμα του χταποδιού είναι το ίδιο, και επομένως εξίσου ορατό. Το χταπόδι φοράει τη γλώσσα του σαν ένα είδος δεύτερου δέρματος...Σαν τα χταπόδια, το πεπρωμένο μας είναι να γίνουμε αυτό που σκεφτόμαστε, οι σκέψεις μας να γίνουν τα σώματά μας, και τα σώματά μας να γίνουν οι σκέψεις μας” (Food of the Gods, σελ. 461). Όσο για το τέσσερα...ε, αυτό θα το δούμε στο επόμενο “επεισόδιο“ της mankinddivine theory!
( αναφορά στο υπό συγγραφή έργο Ο Τέταρτος Έρχεται...“ ).

1Αυτή είναι η ουσιώδης διαφοροποίηση του Αλχημικού Αλγόριθμου από στατιστικές προσεγγίσεις όπως η (κατά τ' άλλα εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και δυνητικά χρήσιμη) Ψυχοϊστορία του Ισαάκ Ασίμωφ, που συνιστά μια αριθμητική, ανθρώπινα κωδικοποιημένη και κατανοήσιμη, στατική αναπαράσταση των γεγονότων της Ιστορίας.
2Ο όρος αλγοριθμική πολιτική μπορεί να φαίνεται πλεονασμός. Αν ο πολιτικός λόγος είναι ταυτόχρονα και πράξη, ή - για να αναφερθούμε στο έργο του J.L. Austin – ο πολιτικός λόγος είναι ένα απότελεσμα από και για τον εαυτό του, τότε ήδη λειτουργεί στο πεδίο του αλγόριθμου“.
3Μέσα από τη φαινομενικά άχρηστη εργασία που συμβαίνει τη στιγμή του ατυχήματος, επομένως –-μέσα από τη φαινομενικά δίχως νόημα δράση κι επεξεργασία που χαρακτηρίζει την ατελείωτη, τυχαία επανάληψη – οι αλγόριθμοι είναι όχι μόνο ζωντανοί αλλά πολιτικοί, και, με αρκετά κλασικούς όρους, ελεύθεροι “.
4Σε μαθηματικά ή πολιτικά συστήματα δεμένα με το χώρο ή την υποκειμενικότητα, ένα «ατύχημα» δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια χωρική ή υποκειμενική σχέση που δεν έχει ακόμη εκφραστεί ή περιγραφεί αποτελεσματικά. Ένα ατύχημα επομένως δεν είναι καθόλου ατύχημα στην πραγματικότητα. Είναι μια πρόσκληση για μια καλύτερα ανεπτυγμένη ή πιο διαφοροποιημένη μαθηματική ή πολιτική έκφραση. Είναι ένα αίτημα να βρούμε έναν πιο αποτελεσματικό τρόπο περιγραφής κάποιου γεωμετρικού ή υποκειμενικού ιδανικού της πραγματικότητας.
Σε αλγοριθμικά συστήματα που συνδέονται με τους αριθμούς, ωστόσο, ένα ατύχημα είναι πραγματικό ατύχημα. Δε μπορεί να είναι τίποτα άλλο, όταν οι αριθμοί επιτελούν αντί να περιγράφουν ή να επικοινωνούν. Ένα ατύχημα δεν αποτελεί πρόσκληση για μια καλύτερη (ή πιο δίκαιη) περιγραφική προσπάθεια, αλλά μάλλον το δρόμο προς μια εναλλακτική λειτουργικότητα”.
5“Στιγμές και πράγματα που φαίνονται άδικα, μη παραγωγικά, παράλογα ή ανήθικα σε μια πολιτική δεμένη με το χώρο ή τα υποκείμενα, γίνονται παραγωγικά, λογικά και λειτουργικά, και ενδεχομένως δίκαια και ηθικά, όταν η αλγοριθμική πολιτική μπαίνειστο παιχνίδι“

Κυριακή, 6 Ιανουαρίου 2013


ΜΕΡΙΚΕΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΜΝΗΜΗ ΚΑΙ ΤΙΣ ΜΝΗΜΟΝΟ-ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΕΣ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ

με αφορμή το άρθρο From Biopower to Psychopower: Bernard Stiegler’s Pharmacology of Mnemotechnologies (Nathan Van Camp, 2012, c-theory.net)

 

 

   O σύγχρονος φιλόσοφος της τεχνολογίας Bernard Stiegler επισημαίνει ότι ο 20ος αιώνας κατέγραψε τη ραγδαία βιομηχανική εξέλιξη των τεχνολογιών μνήμης, αναλογικών (ράδιο, τηελεόραση, σινεμά, φωτογραφία) και ψηφιακών (cd, ψηφιακοί υπολογιστές, ιντερνετ κ.α), σε αντίθεση με την πρώιμη φάση της Βιομηχανικής Επανάστασης που αφορούσε πρωτίστως την ανάπτυξη των μέσων παραγωγής. Μάλιστα, πριν από τον 20ο αιώνα οι μνημονο-τεχνολογίες είχαν παραμείνει σταθερές κι απαρράλαχτες για πάνω από 25 αιώνες, ενώ η πρόοδος των τεχνολογιών παραγωγής μπορεί να παρατηρηθεί καθ 'όλη αυτή την περίοδο.

    Με δεδομένο ότι η τεχνολογική εξέλιξη εν γένει αντανακλά και διαμορφώνει την εξελικτική πορεία του Ανθρώπινου είδους, ποιό είναι το νόημα του περάσματος της τεχνικής ανάπτυξης από το πεδίο της υλικής παραγωγής στο πεδίο της Ανθρώπινης μνήμης;   Αυτό το πέρασμα αντιστοιχεί στη μετάβαση από αυτό που θα λέγαμε “καθεαυτό Ιστορία” στην περίοδο του “Τέλους της Ιστορίας” του Ανθρώπινου είδους. Κατά τη διάρκεια της Ιστορίας η Ανθρώπινη εξέλιξη συντελείται στο πεδίο των   σχέσεων του Ανθρώπου με τον μη-ανθρώπινο φυσικό κόσμο, οι οποίες και καθορίζουν τις εσωτερικές, ενδο-κοινωνικές Ανθρώπινες σχέσεις. Πρόκειται για το “βασίλειο” της ανάγκης ή της  εξωτερικής εξάρτησης σύμφωνα με την μαρξιστική άποψη, ή αλλιώς, σύμφωνα με την mankinddivine theory (1), για την περίοδο όπου το νέο οντολογικό επίπεδο της Φύσης, ο Άνθρωπος, αναπτύσσεται εντός του προϋπάρχοντος φυσικού οντολογικού επιπέδου.

    Στην περίοδο του “Τέλους της Ιστορίας”, από την άλλη, κλείνει ο ιστορικός εξελικτικός κύκλος και η Ιστορία κάνει μια ολική αναστροφή στον εαυτό της, ο Άνθρωπος επιστρέφει στον εαυτό του. Πρόκειται για μια “μετα-Ιστορία“, με την έννοια ότι το αντικείμενο της εξελικτικής επεξεργασίας είναι η ίδια η Ανθρώπινη Ιστορία στο σύνολό της. Το κέντρο βάρους μετατοπίζεται στον ίδιο τον Άνθρωπο, ο οποίος στο μεταξύ μέσω της ανάπτυξης και της εδραίωσης των ιστορικών του χαρακτηριστικών έχει εσωτερικεύσει και την ίδια την εξωτερική σχέση με το φυσικό κόσμο, και εστιάζεται στην ουσία και την ταυτότητά του. Η  Ανθρώπινη μνήμη, λογικά και αναμενόμενα, διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στην όλη αυτή διαδικασία.

    Κάποια από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της περιόδου αυτής, που βρίσκεται σε πλήρη ανάπτυξη στον 21ο αιώνα, μπορούμε να τα διαπιστώσουμε εξετάζοντας τον τρόπο με τον οποίο οι σύγχρονες μνημονο-τεχνολογίες διαμορφώνουν την Ανθρώπινη συνείδηση και τις αλλαγές που επιφέρουν.  Σε γενικές γραμμές, οι μνημονο-τεχνολογίες συνιστούν αυτό που ο Stiegler ονομάζει “τριτοβάθμια ή επιφυλογενετική μνήμη” (σε σχέση με την “πρωτοβάθμια γενετική μνήμη“ που διαθέτουν εσωτερικά όλοι οι ζωντανοί οργανισμοί, και την “δευτεροβάθμια επιγενετική μνήμη“ που συγκροτείται από τις ατομικές εμπειρίες της ζωής), η οποία είναι κομβικής σημασίας για τη διαμόρφωση της Ανθρώπινης συνείδησης. Η συνείδηση αυτή, με τη σειρά της, συγκροτείται πάνω στις συμπληρωματικές διαστάσεις της διαχρονικότητας και της συγχρονικότητας. Η μεν διαχρονικότητα αφορά την ατομική διάσταση της συνείδησης, την ατομική διαφοροποίηση μέσω των διαφορετικών μνημονικών εγγραφών κατά τη ροή του χρόνου, ενώ η συγχρονικότητα συνδέεται με την συλλογική διάσταση της συνείδησης, το συγχρονισμό των ατομικών Εγώ πάνω σε κάποιες κοινές μνημονικές αναφορές (π.χ. συλλογικές γιορτές, τελετές, επέτειοι κλπ).

  Τι συμβαίνει λοιπόν στην εποχή μας;

    “Αυτό (οι σύγχρονες δηλαδή μνημονο-τεχνολογίες, σημείωση δική μου) οδηγεί αναπόφευκτα σ' έναν υπέρ-συγχρονισμό των “Εγώ” ή, πράγμα που είναι το ίδιο, σε μια υπέρ-διαχρονικότητα των “Εγώ“...το “Eγώ” και το “Εμείς“ θα διαλυθούν μέσα σε αυτό που ο Heidegger ονόμαζε απρόσωπο they...αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει ακόμα και στην καταστροφή της ύπαρξης ως τέτοιας, με την έννοια ότι σε έναν κόσμο όπου κυριαρχεί ο διαρκής συγχρονισμός της μαζικής εμπειρίας, η ύπαρξή μου δεν διαφέρει πλέον από τη δική σου...επιπλέον, θα μπορούσε επίσης να οδηγήσει στην καταστροφή της αρχής, με άλλα λόγια, στην καταστροφή της δυνατότητας κληρονομικής μεταφοράς ανάμεσα στις γενιές...”

   Καταρχήν αξίζει να σταθούμε στην παρατήρηση του ταυτόχρονου υπέρ-συγχρονισμού και υπέρ-διαχρονικότητας της ανθρώπινης συνείδησης μέσω των σύγχρονων μνημονο-τεχνολογιών. Ένα από τα γενικά χαρακτηριστικά της σημερινής εποχής του Τέλους είναι η κατάλυση των παραδοσιακών διακρίσεων που δομούν την Ανθρώπινη εμπειρία κατά τη διάρκεια της Ιστορίας. Η κατάλυση αυτή λαμβάνει τη συγκεκριμένη διαλεκτική μορφή της ολοκλήρωσης/αναίρεσης των ιστορικών αντιθέσεων, πράγμα που σημαίνει ότι αμφότεροι οι πόλοι των αντιθέσεων τίθενται ταυτόχρονα σε ισχύ στον απόλυτο, καθολικό βαθμό: Είμαστε στην εποχή της φανέρωσης του καθολικού. Αυτό ακριβώς ισχύει, όπως μας πληροφορεί παραπάνω ο Stiegler, και στην περίπτωση της διάκρισης συγχρονικού/διαχρονικού που δομεί την εμπειρία του ιστορικού Χρόνου.  Η αντιθετική συμπληρωματικότητα των δύο όρων καταλύεται, καθώς αμφότεροι οι όροι οδηγούνται ταυτόχρονα στο απώτατο όριό τους (“υπέρ-συγχρονισμός”,  “υπέρ-διαχρονικότητα”),   και εκεί ακριβώς ενοποιούνται (...“πράγμα που είναι το ίδιο“...).  Ολόκληρο το βιωμένο παρελθόν της Ανθρωπότητας είναι ενεργά παρόν μέσα στη ζώσα εμπειρία της εποχής μας (οι σύγχρονες μνημονο-τεχνολογίες παίζουν ασφαλώς καταλυτικό ρόλο σ αυτό), η εποχή μας επομένως είναι ταυτόχρονα απολύτως σύγχρονη (ολόκληρη η βιωμένη Ιστορία υψώνεται στο επίπεδο της συγχρονικής παρουσίας) και απολύτως διαχρονική (η παρούσα στιγμή διανοίγεται στο επίπεδο όπου εγκολπώνεται σύσσωμη τη βιωμένη Ιστορία), κι έτσι η διάκριση συγχρονικού/διαχρονικού χάνει το νόημά της...

  Αναπόφευκτα, μαζί με την διάκριση συγχρονικού/διαχρονικού καταλύεται και η διάκριση ατομικού/συλλογικού, το “Eγώ” δηλαδή και το “Εμείς“ πάνω στην αντιθετική συμπληρωματικότητα των οποίων δομείται η ιστορική εμπειρία και συνείδηση της Ανθρωπότητας. Η κατάλυση αυτή οδηγεί στην εμφάνιση μιας υπέρ-συλλογικότητας (“διαρκής συγχρονισμός της μαζικής εμπειρίας“), αλλά ταυτόχρονα και μιας υπέρ-ατομικότητας που φαίνεται να διαφεύγει της παρατήρησης του Stiegler. Σε σχέση με τη θέση του μέσα στο προϋπάρχον σχήμα ατομικού/συλλογικού όπου ορίζεται κυρίως ως (δι-ατομική) διαφοροποίηση, το άτομο όντως χάνει την υπόστασή του μέσα στην αναδυόμενη υπέρ-συλλογικότητα (“...η ύπαρξή μου δεν  διαφέρει πλέον από τη δική σου”...), κερδίζει όμως μια πρωτόγνωρη καθολικότητα καθώς στις διαστάσεις του εγγράφεται πλέον (κι εδώ το “εγγράφεται“ μπορεί να νοηθεί στην κυριολεκτική, τεχνική του σημασία με βάση την καταλυτική μεσολάβηση των σύγχρονων μνημονο-τεχνολογιών) ολόκληρη η Ιστορία. Αυτή η υπέρ-συλλογικότητα που είναι ταυτόχρονα και υπέρ-ατομικότητα, έρχεται να δηλώσει την άφιξη στο παγκόσμιο προσκήνιο, για πρώτη φορά εν ενεργεία, ενός νέου και καθολικού υποκειμένου, το οποίο υπερβαίνει, ενσωματώνει και ταυτόχρονα ακυρώνει την ιστορική διάκριση ατομικού/συλλογικού. Σύμφωνα με την mankinddivine theory, το υποκείμενο αυτό δεν είναι άλλο από το Ανθρώπινο είδος.

   Το ενδιαφέρον, όσο και παράδοξο σχετικά με το νέο αυτό παγκόσμιο υποκείμενο, το Ανθρώπινο είδος, είναι ότι στη δεδομένη συγκυρία φαίνεται να λαμβάνει τη μορφή αυτού που ο Heidegger πολύ διορατικά ονομάζει “απρόσωπο they”. Τόσο ο Stiegler όσο και ο ίδιος ο Heidegger φαίνεται να εστιάζουν στην αρνητική όψη αυτού του “απρόσωπου they”, στην πλήρη αποπροσωποποίηση και αποϋποκειμενοποίηση που υποδηλώνει. Η όψη αυτή σαφώς και είναι υπαρκτή, η μονομερής όμως εστίαση στους κινδύνους που επιφυλάσσει μας αποτρέπει από μια πιο ολοκληρωμένη και σφαιρική αντίληψη του τι ακριβώς συμβαίνει.

   Κι αυτό που συμβαίνει ακριβώς είναι ότι βρισκόμαστε στο μηδενικό σημείο της μετάβασης από την εώς τώρα ισχύουσα και εγγενώς αλλοτριωμένη (μέσα στις διάφορες ιστορικές της μεταλλάξεις), ιστορική μορφή της Ανθρώπινης υποκειμενικότητας σε μια νέα, καθολική Ανθρώπινη υποκειμενικότητα που έρχεται να σηματοδοτήσει την άφιξη μιας νέας, μετα-ιστορικής (με τη χρονική αυτή τη φορά έννοια) Ανθρώπινης κατάστασης . Η μετάβαση αυτή περιλαμβάνει τόσο το θάνατο της παλιάς υποκειμενικότητας όσο και τη γέννηση της νέας, και ο τόπος στον οποίο λαμβάνουν χώρα ταυτόχρονα αμφότερες αυτές οι διαδικασίες δεν είναι άλλος από αυτό το χαϊντεγγεριανο “απρόσωπο they”.

   Μιλώντας από την άποψη της γέννησης της νέας υποκειμενικότητας του Ανθρώπινου είδους, το απρόσωπο αυτό they έρχεται να δηλώσει α) την “αντικειμενική”, φυσική υπόσταση του νέου υποκειμένου, πέραν και πάνω από τις διάφορες ιστορικές μορφές της Ανθρώπινης υποκειμενοποίησης (“απρόσωπο“), β) μια νέα  σύνθεση ατομικού/συλλογικού στη θέση της παλαιότερης που επιτελείται πάντοτε μέσω της ιστορικής διαμεσολάβησης, και γ) την απόσταση ανάμεσα στη νέα αυτή υποκειμενικότητα και την τωρινή μας κατάσταση, που κάνει την υποκειμενικότητα αυτή, παρότι αφορά εμάς τους ίδιους και μάλιστα στην πλέον καθολική και ολοκληρωμένη μας μορφή, να φαντάζει σε μας προς το παρόν ως κάτι εντελώς ξένο (“they“). Παρεμπιπτόντως, την ίδια ακριβώς απόσταση εκφράζουν ασυνείδητα και οι φαινομενικά εντελώς παράλογες εικασίες περί κάποιου είδους εξωγήινης παρέμβασης που θα σώσει το Ανθρώπινο είδος από την καταστροφή. Στην πραγματικότητα οι εξωγήινοι που θα μας σώσουν δεν είναι άλλοι από εμάς τους ίδιους....αλλά άλλους!!!

    Η καθολική/οντολογική διαφορά ανάμεσα στην παλαιά και τη νέα Ανθρώπινη κατάσταση εξηγεί και την τελευταία φράση του αποσπάσματος που παρέθεσα παραπάνω, την διάρρηξη δηλαδή της αλυσίδας μεταφοράς μεταξύ των Ανθρώπινων γενεών που συγκροτεί στην κίνησή της την Ανθρώπινη Ιστορία. Η νέα κατάσταση είναι τόσο διαφορετική που δεν μπορεί να αφομοιωθεί από τούτο τον προϋπάρχοντα μηχανισμό της Ιστορίας, και τον τινάζει αναπόφευκτα στον αέρα. Η  νέα Ανθρώπινη υποκειμενικότητα σηματοδοτεί μια νέα σύνθεση μεταξύ των παλαιότερων και των νεότερων Ανθρώπινων γενεών. Στην ολοκληρωμένη της μορφή, όταν αποκτήσει σχήμα σε παγκόσμιο επίπεδο, μετά τα “επαναστατικά γεγονότα” που θα έχει η ίδια δημιουργήσει και μέσα στα οποία θα βρει την αυτοσυνείδησή της, η νέα αυτή υποκειμενικότητα θα βρει το θεμέλιο της νέας αυτής σύνθεσης στην επίτευξη της “αιώνιας ευδαιμονίας”, της υλικής αθανασίας όλων των Ανθρώπινων όντων. Αυτό τουλάχιστον είναι το όραμα που πρεσβεύει η mankinddivine theory. Όταν συμβεί αυτό, θα εκλείψει το βασικό γεγονός που καθορίζει μέχρι τώρα τη σχέση μεταξύ των γενεών και παράγει τη δημιουργική αντιπαλότητα μεταξύ τους που κινεί την Ιστορία, το γεγονός δηλαδή ότι η κάθε νέα γενιά αντικαθιστά την προηγούμενη στον κύκλο της ζωής. Τότε, ο κάθε συγκεκριμένος άνθρωπος θα είναι στην κυριολεξία αναντικατάστατος.

    Από την άλλη βέβαια, αυτές οι ιδέες περί μιας νέας  Ανθρώπινης υποκειμενικότητας που γεννιέται μέσα στο θάνατο της παλιάς, η οποία σε πρώτη φάση θα καταλύσει την ισχύουσα παγκόσμια κατάσταση σε όλα τα επίπεδα, και στη συνέχεια θα βρεί την ολοκλήρωσή της μέσα στην οντολογική συνθήκη της υλικής αθανασίας, φαντάζουν εικασίες εξίσου παράλογες με αυτές περί εξωγήινης σωτηρίας. Αυτό που βιώνουμε επί του παρόντος είναι ο θάνατος της υποκειμενικότητας per se, καθώς μόνον αν προϋποθέσουμε την ύπαρξη μιας αναδυόμενης νέας υποκειμενικότητας μπορούμε να χαρακτηρίσουμε την υποκειμενικότητα που πεθαίνει ως “παλιά”. Για μας, ακόμα, είναι η μόνη υποκειμενικότητα που γνωρίζουμε. Το “απρόσωπο they“ εκφράζει για μας πρωτίστως την κατάσταση της κυρίαρχης τάξης πραγμάτων και των εκπροσώπων της. Αυτοί είναι που απο-προσωποποιούνται και γίνονται παντελώς ξένοι στο Ανθρώπινο είδος, την επαναστατική εμφάνιση του οποίου καλούν μυστικά μέσα από τη δική τους ολική και οριστική αποκοπή. Εκφράζει επίσης και το αναδυόμενο Ανθρώπινο είδος, αλλά προς στιγμήν μόνον ως αντανάκλαση του ετεροκαθορισμού του από τους κυρίαρχους και ως ταύτιση μαζί τους. Το “απρόσωπο they” φανερώνεται έτσι ως ο τόπος της μέγιστης ομοιότητας ανάμεσα στους κυρίαρχους και τους κυριαρχούμενους.

     Κι όμως, η μέγιστη ομοιότητα εγκυμονεί τη μέγιστη διαφορά, αυτή είναι η διαλεκτική της απρόσωπης/χαοτικής απροσδιοριστίας της εποχής μας. Προς υπεράσπιση της θέσης αυτής θα χρησιμοποιήσω τα ίδια ακριβώς λόγια που χρησιμοποίησε ο Nietzsche όταν ατένιζε την επερχόμενη επέλαση του μηδενισμού, αυτή τη φορά ατενίζοντας την έλευση των καρπών του επελαύνοντος Μηδενός:         

      Περιγράφω αυτό που έρχεται, αυτό που πλέον δεν μπορεί να έρθει με κάποιο διαφορετικό τρόπο, διότι είναι η αναγκαιότητα που βρίσκεται σε λειτουργία εδώ. Αυτό το μέλλον μιλάει ήδη από τώρα μέσα από εκατοντάδες σημεία, αυτό το πεπρωμένο αναγγέλει τον εαυτό του παντού. Γι αυτή τη μουσική του μέλλοντος όλα τα αυτιά είναι ανοιχτά ήδη από τώρα (2).

     Θα ολοκληρώσω τις σύντομες αυτές σημειώσεις επιστρέφοντας στο αρχικό ζήτημα της μνήμης και των μνημονο-τεχνολογιών για μια τελευταία παρατήρηση. Ο Stiegler θεωρεί πως η ιδιαίτερη διαμόρφωση της Ανθρώπινης μνήμης στην εποχή μας είναι εξολοκλήρου προϊόν των σύγχρονων μνημονο-τεχνολογιών, οφείλεται δηλαδή αποκλειστικά στην ανάπτυξη της τριτοβάθμιας/επιφυλογενετικής μνήμης. Γνωρίζουμε όμως καλά από τη σύγχρονη έρευνα της συνείδησης (βλέπε για παράδειγμα το έργο του ψυχίατρου Stanislav Grof, αλλά και πολλών άλλων ψυχίατρων και ψυχολόγων) ότι όλα τα ανθρώπινα όντα εμπεριέχουν εκ γενετής, στο πλαίσιο δηλαδή της κατά Stiegler γενετικής/πρωτοβάθμιας μνήμης, τη μνήμη ολόκληρης της εξέλιξης του εαυτού τους, του Ανθρώπινου είδους, της ζωής και του Σύμπαντος. Η μνήμη αυτή βρίσκεται συνήθως σε ασύνειδη/λανθάνουσα κατάσταση, και αναδύεται μόνο υπό κάποιες εξαιρετικές συνειδησιακές προϋποθέσεις.

    Υποστηρίζω λοιπόν ότι στην εποχή μας η πρωτογενής αυτή μνήμη ενεργοποιείται μέσω της καταλυτικής συνδρομής των σύγχρονων μνημονο-τεχνολογιών. Η υπερ-συγχρονική και υπερ–διαχρονική συνείδηση της εποχής μας δεν παράγεται από τις μνημονο-τεχνολογίες εκ του μηδενός, αλλά βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με το πρωτογενές αυτό μνημονικό υπόστρωμα. Η ενεργός αλληλεπίδραση ανάμεσα στην αφυπνιζόμενη πρωτοβάθμια/γενετική και την ανεπτυγμένη σε επίπεδο καθολικής εγγραφής τριτοβάθμια/τεχνολογική μνήμη, εντός του πεδίου της ατομικής εμπειρίας και της δευτεροβάθμιας/επιγενετικής μνήμης, είναι που παράγει τη σύγχρονη συνείδηση στη συγκεκριμένη της μορφή. Η αμοιβαία διείσδυση και ο τριπλός αυτός συντονισμός συνιστούν την πεμπτουσία της αναδυόμενης καθολικής μνήμης του Ανθρώπινου είδους.

Η αλληλεπίδραση αυτή συγκροτεί επίσης και το πεδίο στο οποίο οφείλει να στραφεί η σύγχρονη ριζοσπαστική έρευνα της συνείδησης - για να έρθουμε και στο ζήτημα της αντιμετωπισης της ψυχο-εξουσίας η οποία, κατά τον Stiegler, αντικαθιστά την φουκωική βιο-εξουσία στη σύγχρονη εποχή ως αποτέλεσμα της μετάβασης από τον “παραγωγικό“ στον “καταναλωτικό“ καπιταλισμό. Στο πλαίσιο της σημερινής μοναδικής/καθολικής συσχέτισης ανάμεσα στα τρία είδη της Ανθρώπινης μνήμης μπορεί να καταχωρηθεί ένα πλήθος από φαινόμενα και να ανακύψει μια μεγάλη ποικιλία θεματικών προς διερεύνηση. Ο ρόλος του ίντερνετ ως παγκόσμιου εξωσκελετού του πρωτογενούς συλλογικού μνημονικού δικτύου, και ο τρόπος με τον οποίο επιδρά στη διαμόρφωση της ατομικής εμπειρίας συνιστούν μια τέτοια θεματική. Η μαζική κουλτούρα του θεάματος (κινηματογράφος, τηλεόραση, μουσική) ως πεδίο προβολής, μετάδοσης και επαναρρόφησης στοιχείων του αναδυόμενου συλλογικού ασυνειδήτου, συνιστά μια άλλη.       

      Όσον αφορά, τέλος, το πώς γίνεται ως Ανθρώπινο είδος να χρειάζεται να δημιουργήσουμε μια τεχνολογία, η οποία εν συνεχεία ως εξωτερικευμένο και ανεξάρτητο από μας στοιχείο μας είναι απαραίτητη για να φτάσουμε σε μια κατάσταση συνείδησης και μια επίγνωση που διαθέτουμε ευθύς εξαρχής....αυτό έχει να κάνει με το παράδοξο της Ανθρώπινης φύσης και την εγγενή αλλοτρίωση της Ιστορίας, που για τον Άνθρωπο δεν είναι παρά η υλοποίηση της λιτής νιτσεϊκής προτροπής... “Γίνε αυτό που είσαι“...

 

Βιβλιογραφία       

(1) Επίκτητος Μοντανός, Κωδικός Θεός: Το Μυστικό Σχέδιο του Ανθρώπινου Είδους, futura, 2011 

(2)Fr. Nietzsche, The Will to Power, Preface, Vintage Book Editions, 1968

(3) Stan Grof, Η Ψυχολογία του Μέλλοντος, Αρχέτυπο, 2000

Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2011

ΠΡΩΤΟΓΟΝΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ
ΣΧΟΛΙΑ ΣΤΗΝ «ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΒΙΑΣ» ΤΟΥ CLASTRES
09/03/2011


H βασική θέση του Clastres είναι πως ο πόλεμος αποτελεί εσωτερικό, οργανικό στοιχείο της πρωτόγονης κοινωνίας, την αναγκαία συνθήκη για τη διατήρησή της ως ενιαίας, αδιαίρετης και ανεξάρτητης ολότητας. Ο Clastres υιοθετεί την αντίθεση ανάμεσα στον πόλεμο και το κράτος που θέτει ο Hobbes στην αυγή της νεώτερης αστικής κοινωνίας, και την αντιστρέφει προβάλλοντάς την στην αυγή της Ανθρώπινης Ιστορίας. Αν για τον Hobbes το κράτος είναι αυτό που εμποδίζει τον «πόλεμο όλων εναντίον όλων» της φυσικής (μη κρατικής) ανθρώπινης κατάστασης, για τον Clastres ο πόλεμος μεταξύ των αυτόνομων και αδιαίρετων πρωτόγονων κοινοτήτων είναι αυτός που εμποδίζει την εμφάνιση του κράτους. Θα μπορούσαμε μάλιστα με κάποιο ρίσκο να εικάσουμε πως ο Hobbes και η αντεστραμμένη υιοθέτηση της οπτικής του με την οποία ο Clastres τελειώνει συμπερασματικά την «Αρχαιολογία της βίας», είναι στην πραγματικότητα αυτή που του έδωσε το αρχικό έναυσμα για την δική του σύλληψη του πρωτόγονου πολέμου.
Η μεγάλη αξία της άποψης του Clastres κατά τη γνώμη μου έγκειται στο ότι, καταρρίπτοντας τις διαδεδομένες κοινοτοπίες της εποχής του (και της σημερινής, άλλωστε) περί του «βιολογικού ενστίκτου» και της «υλικής ανάγκης» ως βασικών αιτίων του πολέμου, προσδίδει στον πόλεμο και την ίδια την πρωτόγονη κοινωνία που τον διεξάγει έναν ουσιώδη και απαράγραπτο κοινωνικό και πολιτικό χαρακτήρα. Έτσι βάζει τέλος στην δυτική προκατάληψη περί «φυσικής κατάστασης» των πρωτόγονων κοινωνιών και τις άχρηστες θεωρητικές περιπλοκές που δημιουργεί. Οι πρωτόγονες κοινωνίες είναι ξεκάθαρα ανθρώπινες, τουτέστιν πολιτικές κοινωνίες, γεγονός που μας επιτρέπει να τις τοποθετούμε στην αφετηρία της δικής μας ιστορικής πορείας και συνέχειας δίχως να αμφιβάλλουμε για τον αν οι πρωτόγονοι υπήρξαν πραγματικά ανθρώπινα όντα που μοιράζονται μαζί μας τα ίδια βασικά ειδολογικά χαρακτηριστικά. Οι πρωτόγονες κοινωνίες συνιστούν όντως και αναντίρρητα την απαρχή της Ιστορίας του Ανθρώπινου είδους.
Όσον αφορά τώρα το συμπέρασμα του Clastres για την αμοιβαία αποκλειστική σχέση ανάμεσα στον πόλεμο και το κράτος, η άποψή μου είναι αρκετά διαφορετική. Αν δεχθούμε την αντίθεση «πολέμου-κράτους» ως μια απόλυτη και διαχρονική αντίθεση όπως τη θέτει ο Clastres, τότε είμαστε πολύ κοντά στο να δεχθούμε τον πόλεμο ως το μόνο και διαχρονικό αντίδοτο των κοινωνιών απέναντι στο κράτος, τη διαίρεση και την ετερονομία. Κατά τη γνώμη μου η αντίθεση πολέμου-κράτους είναι μια ιστορικά αναπτυσσόμενη διαλεκτική αντίθεση που περιλαμβάνει στοιχεία ασυνέχειας αλλά και συνέχειας μεταξύ τους, και είναι ακριβώς τα στοιχεία συνέχειας που αγνοεί ο Clastres αυτά στα οποία οφείλουμε να δώσουμε τη σημασία που τους αναλογεί. Θεωρώ λοιπόν πως, ενώ όντως ο πρωτόγονος πόλεμος παρεμποδίζει μέχρι ενός ορισμένου ιστορικού σημείου την εμφάνιση του κράτους, την ίδια στιγμή ο ίδιος αυτός πόλεμος εμπεριέχει το σπέρμα του κράτους, της διαίρεσης και της αλλοτρίωσης.
Θεωρώ επίσης ότι ο τρόπος με τον οποίο κοιτάζει κανείς τη σχέση ανάμεσα στον πρωτόγονο πόλεμο και το κράτος επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από το χρονικό σημείο της τοποθέτησης του βλέμματος. Από το χρονικό σημείο του Τέλους της Ιστορίας που βρισκόμαστε εμείς αλλά και ο Clastres με μια πιο πρώιμη έννοια, το σημείο δηλαδή της ολοκλήρωσης της ιστορικής ανάπτυξης της Ανθρώπινης αλλοτρίωσης στη μορφή του καταστροφικού Παγκόσμιου Κεφαλαίου της εποχής μας, είναι λογικό και επόμενο ο πρωτόγονος πόλεμος να δείχνει κυρίως ως ένας μηχανισμός ανάσχεσης αυτού που ήδη γνωρίζουμε και βιώνουμε στην πλέον ανεπτυγμένη και ισχυρή του εκδοχή. Αν όμως προσπαθήσουμε, διατηρώντας ασφαλώς την ιστορική γνώση του τι ακολούθησε, να τοποθετήσουμε το βλέμμα μας στο χρονικό σημείο της ύπαρξης της πρωτόγονης κοινωνίας όπου το κράτος δεν ήταν καν νοητό, νομίζω πως η σχέση συνέχειας ανάμεσα στον πόλεμο και το κράτος γίνεται πιο ευδιάκριτη. Ειδάλλως η ιστορική εμφάνιση του κράτους καθίσταται παντελώς αβάσιμη, αδικαιολόγητη και μυστηριωδώς ανεξήγητη.
Πέραν τούτου, νομίζω πως οι ομοιότητες και οι αναλογίες ανάμεσα στην πρωτόγονη πολεμική μηχανή και το έθνος-κράτος της αστικής εποχής είναι παραπάνω από εμφανείς. Η αδιάρρηκτη σχέση εσωτερικής-εξωτερικής πολιτικής, ο πόλεμος ως το κατεξοχήν εργαλείο ομογενοποίησης της κοινότητας, ο ακατάλυτος δεσμός με την εδαφική επικράτεια και η πολεμική υπεράσπιση της κατοχής της μέχρι τέλους, η διαρκής πολεμική ετοιμότητα και ο διαχωρισμός των υπόλοιπων κοινοτήτων σε «φίλους» και «εχθρούς», η αναγωγή της ιδιαίτερης ταυτότητας κάθε κοινότητας σε ύψιστη αξία και κριτήριο, σίγουρα μας θυμίζουν πολλά…
Η αναγνώριση του ιστορικού δεσμού που υφίσταται ανάμεσα στις πρωτόγονες κοινωνίες και τις πολιτικές που ακολουθούν τα σύγχρονα έθνη-κράτη έχει και μια άλλη ιδιαίτερη αξία για μας σήμερα, καθώς ανοίγει το βλέμμα μας στο τεράστιο ιστορικό βάθος αυτών των πολιτικών και μας βοηθά να κατανοήσουμε καλύτερα τη δύναμη και την αποτελεσματικότητά τους. Η «εθνική ενότητα» απέναντι στους «εξωτερικούς εχθρούς» με την οποία η αστική τάξη δένει στο άρμα της τις υποτελείς τάξεις εμφανίζοντας τα ιδιαίτερα ταξικά της συμφέροντα ως γενικά κοινωνικά συμφέροντα, δεν είναι απλά και μόνο ένα ιδεολογικό-προπαγανδιστικό τέχνασμα που επιβάλλουν οι αστοί βασιζόμενοι στην υλική τους δύναμη. Είναι μια πολιτική που βασίζεται και «πατάει» πάνω σ’ ένα κοινωνικό «αντανακλαστικό» που έχει διαμορφωθεί μέσα από χιλιετίες ιστορικής εμπειρίας. Όσο το Κεφάλαιο εξακολουθεί να μπορεί να δημιουργεί κοινωνία έστω και βαθιά διαιρεμένη (πολύ λιγότερο όσο περνάει ο καιρός είναι η αλήθεια), έχει επίσης και τη δυνατότητα να κινητοποιεί αυτό το «αντανακλαστικό» προς όφελός του.
Επιστρέφοντας τώρα στην πρωτόγονη κοινωνία, μπορούμε να συμφωνήσουμε με τον Clastres ότι ο πόλεμος αποτελεί την απαραίτητη προϋπόθεση της ενότητας και της αυτονομίας της πρωτόγονης κοινότητας, με μια κρίσιμη συμπλήρωση: ότι ταυτόχρονα αποτελεί τη μήτρα της άρνησης των ίδιων αυτών στοιχείων της κοινότητας που διασφαλίζει. Πώς γίνεται αυτό; Αυτό πολύ απλά γίνεται διότι η πρωτόγονη κοινωνία συνιστά την αρχική, μηδενική κατάσταση της Ανθρώπινης Ιστορίας, το σημείο μηδέν της διαλεκτικής σχέσης ανάμεσα στο Ανθρώπινο είδος και την αλλοτρίωσή του. Το σημείο μηδέν αυτής της διαλεκτικής με τη σειρά του σημαίνει πως στην πρωτόγονη κοινωνία ο Άνθρωπος (ενότητα, ισότητα, αυτονομία) και η αλλοτρίωσή του (πόλεμος) συνυπάρχουν σ’ ένα ενιαίο, αδιάσπαστο και οργανικό σύνολο: Η αντίθεση ανάμεσά τους δεν έχει αρχίσει ακόμη να ξετυλίγεται ιστορικά. Αυτός είναι και ο ουσιαστικός λόγος που η πρωτόγονη κοινωνία παραμένει πάντοτε για μας τόσο ενδιαφέρουσα, μυστηριώδης και αμφιλεγόμενη. Στην πρωτόγονη κοινωνία μπορούμε να βρούμε τη ρίζα του κράτους, της ετερονομίας και της διαίρεσης στη μορφή του πολέμου, αλλά εξίσου και τη ρίζα της αυτόνομης, εξισωτικής και αδιαίρετης Ανθρώπινης κοινωνίας. Μπορούμε να αντικρίσουμε τόσο το ιστορικό μας παρελθόν όσο και το επαναστατικό μας μέλλον.
Τώρα, το γεγονός ότι η ενότητα και η αυτονομία της πρωτόγονης κοινότητας εξαρτάται άμεσα από τον πόλεμο με τις υπόλοιπες κοινότητες, κατά τη γνώμη μου δηλώνει πολύ περισσότερα για τον μη ολοκληρωμένο-πραγματικό, ελλειμματικό χαρακτήρα της πρωτόγονης ενότητας και αυτονομίας, παρά για τον θετικό χαρακτήρα του πρωτόγονου πολέμου. Μια αυτονομία και μια ενότητα θεμελιωμένη στον πόλεμο με τους άλλους Ανθρώπους δεν είναι πραγματική Ανθρώπινη αυτονομία και ενότητα (κάτι που μ’ έναν άλλο τρόπο φαίνεται επίσης και από την εξάρτησή της από τον προγονικό νόμο). Η ύπαρξη και η διαρκής ανάγκη του πολέμου στις πρωτόγονες κοινωνίες δηλώνει αυτή καθεαυτή πως η Ανθρώπινη διαίρεση είναι ήδη παρούσα, με τη διαφορά πως εδώ έχουμε να κάνουμε με μια οριζόντια και όχι κάθετη διαίρεση του Ανθρώπινου είδους. Με αυτή την έννοια η μετέπειτα εμφάνιση του κράτους και της ταξικής διαίρεσης αποτελεί ασφαλώς μια άρνηση του πρωτόγονου πολέμου αλλά συνάμα και μια επιβεβαίωσή του, την καθετοποίηση και περαιτέρω ανάπτυξη της ήδη υπάρχουσας Ανθρώπινης διαίρεσης. Ο πρωτόγονος πόλεμος εμπεριέχει τη ρίζα της Ανθρώπινης αλλοτρίωσης διότι η ρίζα αυτή βρίσκεται στο θεμελιώδες σχήμα που δομεί την πρωτόγονη κοινωνία όπως και κάθε ιστορική Ανθρώπινη κοινωνία, το σχήμα «Εμείς-Άλλοι». Με άλλα λόγια, η ρίζα της Ανθρώπινης αλλοτρίωσης είναι ο Άλλος Άνθρωπος, ο Άνθρωπος που βιώνεται ως Άλλος.
Αυτή η θεώρηση μας δίνει το στόχο και το περιεχόμενο της υπέρβασης της Ανθρώπινης αλλοτρίωσης που είναι στην εποχή μας τόσο επιτακτική. Πρόκειται για τη διάρρηξη του ιστορικού σχήματος «Εμείς-Άλλοι», τη διάνοιξη του «Εμείς» έτσι ώστε να συμπεριλάβει πραγματικά ολόκληρο το Ανθρώπινο είδος, τη δημιουργία μιας ενιαίας, αδιαίρετης και αυτόνομης Παγκόσμιας κοινωνίας του Ανθρώπου που ως εδαφική της επικράτεια θα έχει ολόκληρο τον πλανήτη και δεν θα χρειάζεται να πολεμά. Μας δίνει επίσης το στόχο και το περιεχόμενο της ιστορικής εμφάνισης και ανάπτυξης του κράτους. Αν ο Clastres έχει δίκιο όταν λέει πως ο πρωτόγονος πόλεμος υπακούει στη λογική του διασκορπισμού ενώ το κράτος στη λογική της ενοποίησης, τότε είτε μας αρέσει είτε όχι η ανάπτυξη του κράτους ήταν απαραίτητη για την ιστορική διαδικασία της ενοποίησης του Ανθρώπινου είδους που μας φέρνει σήμερα στο σημείο να μπορούμε να οραματιστούμε και να πραγματοποιήσουμε την υπέρβαση της αλλοτρίωσης μας, τη δημιουργία της ελεύθερης Παγκόσμιας Ανθρώπινης κοινωνίας. Εκεί είναι το ραντεβού μας με τους πρωτόγονους, κι όμως ολοκαίνουργιους εαυτούς μας.