Τετάρτη, 9 Μαρτίου 2011

ΠΡΩΤΟΓΟΝΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ
ΣΧΟΛΙΑ ΣΤΗΝ «ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΒΙΑΣ» ΤΟΥ CLASTRES
09/03/2011


H βασική θέση του Clastres είναι πως ο πόλεμος αποτελεί εσωτερικό, οργανικό στοιχείο της πρωτόγονης κοινωνίας, την αναγκαία συνθήκη για τη διατήρησή της ως ενιαίας, αδιαίρετης και ανεξάρτητης ολότητας. Ο Clastres υιοθετεί την αντίθεση ανάμεσα στον πόλεμο και το κράτος που θέτει ο Hobbes στην αυγή της νεώτερης αστικής κοινωνίας, και την αντιστρέφει προβάλλοντάς την στην αυγή της Ανθρώπινης Ιστορίας. Αν για τον Hobbes το κράτος είναι αυτό που εμποδίζει τον «πόλεμο όλων εναντίον όλων» της φυσικής (μη κρατικής) ανθρώπινης κατάστασης, για τον Clastres ο πόλεμος μεταξύ των αυτόνομων και αδιαίρετων πρωτόγονων κοινοτήτων είναι αυτός που εμποδίζει την εμφάνιση του κράτους. Θα μπορούσαμε μάλιστα με κάποιο ρίσκο να εικάσουμε πως ο Hobbes και η αντεστραμμένη υιοθέτηση της οπτικής του με την οποία ο Clastres τελειώνει συμπερασματικά την «Αρχαιολογία της βίας», είναι στην πραγματικότητα αυτή που του έδωσε το αρχικό έναυσμα για την δική του σύλληψη του πρωτόγονου πολέμου.
Η μεγάλη αξία της άποψης του Clastres κατά τη γνώμη μου έγκειται στο ότι, καταρρίπτοντας τις διαδεδομένες κοινοτοπίες της εποχής του (και της σημερινής, άλλωστε) περί του «βιολογικού ενστίκτου» και της «υλικής ανάγκης» ως βασικών αιτίων του πολέμου, προσδίδει στον πόλεμο και την ίδια την πρωτόγονη κοινωνία που τον διεξάγει έναν ουσιώδη και απαράγραπτο κοινωνικό και πολιτικό χαρακτήρα. Έτσι βάζει τέλος στην δυτική προκατάληψη περί «φυσικής κατάστασης» των πρωτόγονων κοινωνιών και τις άχρηστες θεωρητικές περιπλοκές που δημιουργεί. Οι πρωτόγονες κοινωνίες είναι ξεκάθαρα ανθρώπινες, τουτέστιν πολιτικές κοινωνίες, γεγονός που μας επιτρέπει να τις τοποθετούμε στην αφετηρία της δικής μας ιστορικής πορείας και συνέχειας δίχως να αμφιβάλλουμε για τον αν οι πρωτόγονοι υπήρξαν πραγματικά ανθρώπινα όντα που μοιράζονται μαζί μας τα ίδια βασικά ειδολογικά χαρακτηριστικά. Οι πρωτόγονες κοινωνίες συνιστούν όντως και αναντίρρητα την απαρχή της Ιστορίας του Ανθρώπινου είδους.
Όσον αφορά τώρα το συμπέρασμα του Clastres για την αμοιβαία αποκλειστική σχέση ανάμεσα στον πόλεμο και το κράτος, η άποψή μου είναι αρκετά διαφορετική. Αν δεχθούμε την αντίθεση «πολέμου-κράτους» ως μια απόλυτη και διαχρονική αντίθεση όπως τη θέτει ο Clastres, τότε είμαστε πολύ κοντά στο να δεχθούμε τον πόλεμο ως το μόνο και διαχρονικό αντίδοτο των κοινωνιών απέναντι στο κράτος, τη διαίρεση και την ετερονομία. Κατά τη γνώμη μου η αντίθεση πολέμου-κράτους είναι μια ιστορικά αναπτυσσόμενη διαλεκτική αντίθεση που περιλαμβάνει στοιχεία ασυνέχειας αλλά και συνέχειας μεταξύ τους, και είναι ακριβώς τα στοιχεία συνέχειας που αγνοεί ο Clastres αυτά στα οποία οφείλουμε να δώσουμε τη σημασία που τους αναλογεί. Θεωρώ λοιπόν πως, ενώ όντως ο πρωτόγονος πόλεμος παρεμποδίζει μέχρι ενός ορισμένου ιστορικού σημείου την εμφάνιση του κράτους, την ίδια στιγμή ο ίδιος αυτός πόλεμος εμπεριέχει το σπέρμα του κράτους, της διαίρεσης και της αλλοτρίωσης.
Θεωρώ επίσης ότι ο τρόπος με τον οποίο κοιτάζει κανείς τη σχέση ανάμεσα στον πρωτόγονο πόλεμο και το κράτος επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από το χρονικό σημείο της τοποθέτησης του βλέμματος. Από το χρονικό σημείο του Τέλους της Ιστορίας που βρισκόμαστε εμείς αλλά και ο Clastres με μια πιο πρώιμη έννοια, το σημείο δηλαδή της ολοκλήρωσης της ιστορικής ανάπτυξης της Ανθρώπινης αλλοτρίωσης στη μορφή του καταστροφικού Παγκόσμιου Κεφαλαίου της εποχής μας, είναι λογικό και επόμενο ο πρωτόγονος πόλεμος να δείχνει κυρίως ως ένας μηχανισμός ανάσχεσης αυτού που ήδη γνωρίζουμε και βιώνουμε στην πλέον ανεπτυγμένη και ισχυρή του εκδοχή. Αν όμως προσπαθήσουμε, διατηρώντας ασφαλώς την ιστορική γνώση του τι ακολούθησε, να τοποθετήσουμε το βλέμμα μας στο χρονικό σημείο της ύπαρξης της πρωτόγονης κοινωνίας όπου το κράτος δεν ήταν καν νοητό, νομίζω πως η σχέση συνέχειας ανάμεσα στον πόλεμο και το κράτος γίνεται πιο ευδιάκριτη. Ειδάλλως η ιστορική εμφάνιση του κράτους καθίσταται παντελώς αβάσιμη, αδικαιολόγητη και μυστηριωδώς ανεξήγητη.
Πέραν τούτου, νομίζω πως οι ομοιότητες και οι αναλογίες ανάμεσα στην πρωτόγονη πολεμική μηχανή και το έθνος-κράτος της αστικής εποχής είναι παραπάνω από εμφανείς. Η αδιάρρηκτη σχέση εσωτερικής-εξωτερικής πολιτικής, ο πόλεμος ως το κατεξοχήν εργαλείο ομογενοποίησης της κοινότητας, ο ακατάλυτος δεσμός με την εδαφική επικράτεια και η πολεμική υπεράσπιση της κατοχής της μέχρι τέλους, η διαρκής πολεμική ετοιμότητα και ο διαχωρισμός των υπόλοιπων κοινοτήτων σε «φίλους» και «εχθρούς», η αναγωγή της ιδιαίτερης ταυτότητας κάθε κοινότητας σε ύψιστη αξία και κριτήριο, σίγουρα μας θυμίζουν πολλά…
Η αναγνώριση του ιστορικού δεσμού που υφίσταται ανάμεσα στις πρωτόγονες κοινωνίες και τις πολιτικές που ακολουθούν τα σύγχρονα έθνη-κράτη έχει και μια άλλη ιδιαίτερη αξία για μας σήμερα, καθώς ανοίγει το βλέμμα μας στο τεράστιο ιστορικό βάθος αυτών των πολιτικών και μας βοηθά να κατανοήσουμε καλύτερα τη δύναμη και την αποτελεσματικότητά τους. Η «εθνική ενότητα» απέναντι στους «εξωτερικούς εχθρούς» με την οποία η αστική τάξη δένει στο άρμα της τις υποτελείς τάξεις εμφανίζοντας τα ιδιαίτερα ταξικά της συμφέροντα ως γενικά κοινωνικά συμφέροντα, δεν είναι απλά και μόνο ένα ιδεολογικό-προπαγανδιστικό τέχνασμα που επιβάλλουν οι αστοί βασιζόμενοι στην υλική τους δύναμη. Είναι μια πολιτική που βασίζεται και «πατάει» πάνω σ’ ένα κοινωνικό «αντανακλαστικό» που έχει διαμορφωθεί μέσα από χιλιετίες ιστορικής εμπειρίας. Όσο το Κεφάλαιο εξακολουθεί να μπορεί να δημιουργεί κοινωνία έστω και βαθιά διαιρεμένη (πολύ λιγότερο όσο περνάει ο καιρός είναι η αλήθεια), έχει επίσης και τη δυνατότητα να κινητοποιεί αυτό το «αντανακλαστικό» προς όφελός του.
Επιστρέφοντας τώρα στην πρωτόγονη κοινωνία, μπορούμε να συμφωνήσουμε με τον Clastres ότι ο πόλεμος αποτελεί την απαραίτητη προϋπόθεση της ενότητας και της αυτονομίας της πρωτόγονης κοινότητας, με μια κρίσιμη συμπλήρωση: ότι ταυτόχρονα αποτελεί τη μήτρα της άρνησης των ίδιων αυτών στοιχείων της κοινότητας που διασφαλίζει. Πώς γίνεται αυτό; Αυτό πολύ απλά γίνεται διότι η πρωτόγονη κοινωνία συνιστά την αρχική, μηδενική κατάσταση της Ανθρώπινης Ιστορίας, το σημείο μηδέν της διαλεκτικής σχέσης ανάμεσα στο Ανθρώπινο είδος και την αλλοτρίωσή του. Το σημείο μηδέν αυτής της διαλεκτικής με τη σειρά του σημαίνει πως στην πρωτόγονη κοινωνία ο Άνθρωπος (ενότητα, ισότητα, αυτονομία) και η αλλοτρίωσή του (πόλεμος) συνυπάρχουν σ’ ένα ενιαίο, αδιάσπαστο και οργανικό σύνολο: Η αντίθεση ανάμεσά τους δεν έχει αρχίσει ακόμη να ξετυλίγεται ιστορικά. Αυτός είναι και ο ουσιαστικός λόγος που η πρωτόγονη κοινωνία παραμένει πάντοτε για μας τόσο ενδιαφέρουσα, μυστηριώδης και αμφιλεγόμενη. Στην πρωτόγονη κοινωνία μπορούμε να βρούμε τη ρίζα του κράτους, της ετερονομίας και της διαίρεσης στη μορφή του πολέμου, αλλά εξίσου και τη ρίζα της αυτόνομης, εξισωτικής και αδιαίρετης Ανθρώπινης κοινωνίας. Μπορούμε να αντικρίσουμε τόσο το ιστορικό μας παρελθόν όσο και το επαναστατικό μας μέλλον.
Τώρα, το γεγονός ότι η ενότητα και η αυτονομία της πρωτόγονης κοινότητας εξαρτάται άμεσα από τον πόλεμο με τις υπόλοιπες κοινότητες, κατά τη γνώμη μου δηλώνει πολύ περισσότερα για τον μη ολοκληρωμένο-πραγματικό, ελλειμματικό χαρακτήρα της πρωτόγονης ενότητας και αυτονομίας, παρά για τον θετικό χαρακτήρα του πρωτόγονου πολέμου. Μια αυτονομία και μια ενότητα θεμελιωμένη στον πόλεμο με τους άλλους Ανθρώπους δεν είναι πραγματική Ανθρώπινη αυτονομία και ενότητα (κάτι που μ’ έναν άλλο τρόπο φαίνεται επίσης και από την εξάρτησή της από τον προγονικό νόμο). Η ύπαρξη και η διαρκής ανάγκη του πολέμου στις πρωτόγονες κοινωνίες δηλώνει αυτή καθεαυτή πως η Ανθρώπινη διαίρεση είναι ήδη παρούσα, με τη διαφορά πως εδώ έχουμε να κάνουμε με μια οριζόντια και όχι κάθετη διαίρεση του Ανθρώπινου είδους. Με αυτή την έννοια η μετέπειτα εμφάνιση του κράτους και της ταξικής διαίρεσης αποτελεί ασφαλώς μια άρνηση του πρωτόγονου πολέμου αλλά συνάμα και μια επιβεβαίωσή του, την καθετοποίηση και περαιτέρω ανάπτυξη της ήδη υπάρχουσας Ανθρώπινης διαίρεσης. Ο πρωτόγονος πόλεμος εμπεριέχει τη ρίζα της Ανθρώπινης αλλοτρίωσης διότι η ρίζα αυτή βρίσκεται στο θεμελιώδες σχήμα που δομεί την πρωτόγονη κοινωνία όπως και κάθε ιστορική Ανθρώπινη κοινωνία, το σχήμα «Εμείς-Άλλοι». Με άλλα λόγια, η ρίζα της Ανθρώπινης αλλοτρίωσης είναι ο Άλλος Άνθρωπος, ο Άνθρωπος που βιώνεται ως Άλλος.
Αυτή η θεώρηση μας δίνει το στόχο και το περιεχόμενο της υπέρβασης της Ανθρώπινης αλλοτρίωσης που είναι στην εποχή μας τόσο επιτακτική. Πρόκειται για τη διάρρηξη του ιστορικού σχήματος «Εμείς-Άλλοι», τη διάνοιξη του «Εμείς» έτσι ώστε να συμπεριλάβει πραγματικά ολόκληρο το Ανθρώπινο είδος, τη δημιουργία μιας ενιαίας, αδιαίρετης και αυτόνομης Παγκόσμιας κοινωνίας του Ανθρώπου που ως εδαφική της επικράτεια θα έχει ολόκληρο τον πλανήτη και δεν θα χρειάζεται να πολεμά. Μας δίνει επίσης το στόχο και το περιεχόμενο της ιστορικής εμφάνισης και ανάπτυξης του κράτους. Αν ο Clastres έχει δίκιο όταν λέει πως ο πρωτόγονος πόλεμος υπακούει στη λογική του διασκορπισμού ενώ το κράτος στη λογική της ενοποίησης, τότε είτε μας αρέσει είτε όχι η ανάπτυξη του κράτους ήταν απαραίτητη για την ιστορική διαδικασία της ενοποίησης του Ανθρώπινου είδους που μας φέρνει σήμερα στο σημείο να μπορούμε να οραματιστούμε και να πραγματοποιήσουμε την υπέρβαση της αλλοτρίωσης μας, τη δημιουργία της ελεύθερης Παγκόσμιας Ανθρώπινης κοινωνίας. Εκεί είναι το ραντεβού μας με τους πρωτόγονους, κι όμως ολοκαίνουργιους εαυτούς μας.

Πρωτόγονος πόλεμος και Κράτος

Πρωτόγονος πόλεμος και Κράτος

Ρευστή απειλή και Θεϊκή βία 13 10 2010

ΡΕΥΣΤΗ ΑΠΕΙΛΗ ΚΑΙ ΘΕΪΚΗ ΒΙΑ


Φίλε Μιχάλη, η ώρα της κρίσης γι’ αυτόν τον «αιώνιο» κοινωνικό πόλεμο που περιγράφεις, όντως πλησιάζει. Και η ώρα της κρίσης δεν είναι άλλη από την ώρα της Θεϊκής βίας (για να συνδέσω το κείμενό σου με την πρόσφατη συζήτηση στο Στέκι πάνω στις σχετικές ιδέες του Μπένγιαμιν): Η Θεϊκή βία είναι αυτή που κρίνει και ανασκευάζει τον κόσμο εκ βάθρων. Εν τη απουσία της ο κόσμος τούτος παραμένει άκριτος και αλύτρωτος, σε μια «αιώνια» limbo μεταξύ Κόλασης και Παράδεισου, σωρεύοντας ολοένα και περισσότερα χρέη απέναντί της και καλώντας την έτσι μυστικά να εμφανιστεί. Η Θεϊκή βία αποτελεί το τέλος της Κριτικής, με την διπλή έννοια της πραγμάτωσης και της αναίρεσής της - αλλά αυτό είναι μια άλλη συζήτηση…
Όπως πολύ ορθά διακρίνεις, το ειδοποιό χαρακτηριστικό της «ρευστής απειλής» που περιγράφεις είναι το απρόβλεπτο. Αυτό που δεν μπορείς να διακρίνεις είναι το πώς αυτή η ρευστή, απρόβλεπτη απειλή μπορεί να κερδίσει έναν πόλεμο κομμένο και ραμμένο στα μέτρα των αντιπάλων, τους όρους του οποίου ελέγχουν απόλυτα - και έχεις δίκιο που δεν μπορείς. Και ξέρεις γιατί; Γιατί πολύ απλά ο πόλεμος δεν μπορεί να κερδηθεί. Η ίδια η ύπαρξη του πολέμου ταυτίζεται αξιωματικά με τη νίκη τους και την ήττα μας. Πρόκειται για μια παράσταση με δεδομένη διανομή ρόλων. Ο πόλεμος υπάρχει από τότε που υπάρχουν κι αυτοί και διαρκεί όσο συνεχίζουν να υπάρχουν, κι αυτοί υπάρχουν μόνο ως νικητές. Ο πόλεμος είναι το παιχνίδι τους, «στημένο» και με «σημαδεμένη» τράπουλα, όσες παρτίδες κι αν παίξουμε.
Και τότε τι, τα παρατάμε και πάμε στο διάολο; Όχι βέβαια, το αντίθετο…Αυτό που λείπει νομίζω από την ανάλυσή σου είναι η σύνδεση της ρευστής απειλής με τη Θεϊκή βία. Η Θεϊκή βία δεν κερδίζει τον πόλεμο: Τον καταργεί. Για την ακρίβεια, τον καταργεί κερδίζοντάς τον, όμως η νίκη της υπερβαίνει τους στρατιωτικούς όρους, είναι τόσο ολοκληρωτική, τόσο φυσικά απόλυτη (σε αντίθεση με τις νίκες των αντιπάλων που χτίζονται ιδεολογικά ως απόλυτες, ενώ πάντοτε συστήνουν εκ νέου το πεδίο του πολέμου και τη δυνατότητα της Θεϊκής βίας) που σχεδόν εξαφανίζεται ως τέτοια, για να εμφανιστεί ως ένα απλό παρα-προϊόν του κύριου, γενεσιουργού και ριζικά αναδομητικού χαρακτήρα της έλευσής της: Της κατάργησης του ίδιου του παιχνιδιού που συνοδεύει την κατάργηση του αντιπάλου.
Η σύνδεση της ρευστής απειλής με τη Θεϊκή βία αναδεικνύεται στο κομβικό σημείο του απρόβλεπτου. Το απρόβλεπτο χαρακτηρίζει τη ρευστή απειλή, συγχρόνως όμως το απρόβλεπτο, όχι ως αστάθμητη εξωτερική μεταβλητή αλλά ως ιδιοσυστασιακό κέντρο, είναι το «σήμα κατατεθέν» της Θεϊκής βίας. Κανείς δεν γνωρίζει πότε θα ενσκήψει η Θεϊκή βία, είμαστε όμως βέβαιοι ότι ζούμε στην εποχή της. Για το τελευταίο δεν θα επιχειρηματολογήσω εδώ, και για λόγους χώρου, αλλά κυρίως διότι θεωρώ ότι μια τέτοια επιχειρηματολογία αντιστοιχεί σ’ έναν αυνανισμό της σκέψης (εξαιρετικά αντιερωτικό μάλιστα) στη θέα του αυτονόητου. Η εποχή μας είναι η εποχή της Θεϊκής βίας, αν όχι της βέβαιης έλευσής της όπως πιστεύω εγώ, τότε σίγουρα της βέβαιης αναγκαιότητάς της. Κι αυτό γιατί το παιχνίδι τελεί ήδη υπό κατάργηση, είτε ενσκήψει η Θεϊκή βία είτε όχι. Όπως γράφει και στο cd-συλλογή του zero artistic movement, «Η ιστορία ναι επαναλαμβάνεται γυρνώντας τις σελίδες, αυτό μας το ‘παν κι άλλοι, εδώ όμως δεν υπάρχει παρακάτω σελίδα».
Το γεγονός ότι ζούμε στην εποχή της Θεϊκής βίας δίχως να γνωρίζουμε το αν και το πότε θα ενσκήψει, μας βάζει σε μια άβολη, ασυνήθιστη και παράδοξη σχέση με το χρόνο και τον εαυτό μας, ιδιαίτερα όσους είναι πολιτικά συνειδητοί και συμμετέχουν με τον α ή β τρόπο στο ανταγωνιστικό κοινωνικό κίνημα. Έχουμε μάθει να λειτουργούμε στη βάση της εκτίμησης της εικόνας και των δυνατοτήτων του παρόντος, αυτός είναι ο ριζοσπαστικός μας ρεαλισμός που μας συνδέει με την εκάστοτε κοινωνική πραγματικότητα και μας προφυλάσσει από την προβολή των ιδεοληψιών μας. Σήμερα όμως βρίσκουμε τον εαυτό μας εξαναγκασμένο σε μια «μελλοντολογία», μια ακατανίκητη έλξη του βλέμματος σ’ ένα δυνητικό σημείο του άμεσου και ορατού μέλλοντος που είναι καθ’ όλα ρεαλιστική και καθόλου ιδεοληπτική. Όταν στο κοντινό μέλλον που θα ζήσουν οι περισσότεροι από μας επίκειται κάτι τόσο ριζικό και συγκλονιστικό (είτε ενσκήψει η Θεϊκή βία είτε όχι), η συνείδηση φυσιολογικά απορροφάται σ’ αυτό. Σε αναλογία ιστορικού χρόνου βρισκόμαστε λίγα δευτερόλεπτα πριν σκάσει η βόμβα, πριν εκραγεί το ηφαίστειο. Αυτά τα δευτερόλεπτα είναι λογικό να στεκόμαστε με κομμένη την ανάσα, και το βλέμμα μαζί με όλο μας το είναι στραμμένο προς τον κρατήρα και τη στιγμή που έρχεται. Όλο μας το παρόν συνοψίζεται σε δυο λέξεις: εν αναμονή.
Η κατάστασή μας γίνεται ακόμη πιο άβολη και παράδοξη από το γεγονός ότι η Θεϊκή βία σηματοδοτεί την έλευση του ριζικά καινούργιου, τη συντριβή σύσσωμης της παλιάς πραγματικότητας. Έστω και ως αναγκαίο πλην αβέβαιο σενάριο, η Θεϊκή βία ρίχνει τις τωρινές μας απόπειρες κοινωνικής αντίστασης στον καιάδα της παλιάς πραγματικότητας, τις αρνείται στον ίδιο τουλάχιστον βαθμό που τις πραγματώνει. Η Θεϊκή βία ονομάζεται έτσι επειδή ακριβώς πρόκειται για κάτι ποσοτικά και ποιοτικά διαφορετικό από οτιδήποτε έχουμε κάνει μέχρι τώρα για την κοινωνική απελευθέρωση. Από την οπτική της Θεϊκής βίας και της αναγκαιότητάς της, στο παρόν δεν υπάρχει κανένα απολύτως κοινωνικό κίνημα αντίστασης. Υπάρχει μόνον η αναμονή της Θεϊκής βίας, η αναμονή της μεταμόρφωσής μας στην Θεϊκή βία. Ο αναγκαίος αλλά δυνητικός, μελλοντικός μας εαυτός καθιστά τον τωρινό μας εαυτό ανούσιο, ξεπερασμένο, σχεδόν ανύπαρκτο.
Πώς να χειριστούμε αυτή μας την ομολογουμένως αστεία μέσα στην κρισιμότητά της κατάσταση; Τα ζητήματα που ανοίγουν είναι πολλά και σίγουρα δεν έχω τις απαντήσεις. Το μόνο σίγουρο είναι ότι μια μονόπλευρη, παραδοσιακά ρεαλιστική προσήλωση στο παρόν δεν είναι καθόλου ρεαλιστική και δεν μας πάει πολύ μακριά, καθότι το παρόν που ζούμε σήμερα, το παρόν που ζούμε για χιλιάδες χρόνια τώρα, σύντομα τελειώνει. Μιλώντας τελείως γενικά, ίσως αυτό που χρειάζεται να είναι μια σύνδεση του παρόντος με το άμεσο μέλλον, αλλά σύνδεση αντίστροφη από αυτή που ξέρουμε ως τώρα, μια σύνδεση όπου τη ρεαλιστική προτεραιότητα έχει το μέλλον κι όχι το παρόν. Μέχρι τώρα λέγαμε πάντα ότι «χωρίς το τάδε ή το δείνα στοιχείο στο παρόν μας, δεν υπάρχει μέλλον», στοιχίζαμε δηλαδή το μέλλον στη βάση του παρόντος. Σήμερα όμως ισχύει σε μεγαλύτερο βαθμό το αντίστροφο: Δίχως το ολότελα καινούργιο, απελευθερωμένο μέλλον της έλευσης της Θεϊκής μας βίας, δεν υπάρχει παρόν, είμαστε ήδη νεκροί και απλά περιμένουμε τον ιερέα (τη Μάνα Φύση μ’ άλλα λόγια) να το ανακοινώσει και επίσημα. Το παρόν μας έχει αξία, όχι όμως γι’ αυτό που είναι, αλλά γιατί μέσα του ζει και αναπνέει αυτό που έρχεται.