Παρασκευή, 26 Δεκεμβρίου 2008

Ο ΝΕΟΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ ΞΑΝΑ
ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ!

21/1/2009


Χα χα, ε ρε κάτι πλάκες, κοίτα να δεις που ο ανεκδιήγητος Λιακό είχε τελικά δίκιο. Ο Έλλην είναι Παγκόσμιος! Σίγουρα κάτι έχει να κάνει με το χώρο, με τον ίδιο τον τόπο, αφού οι άνθρωποι που τον κατοικούν τώρα ουδεμία σχέση έχουν μ’ αυτούς που τον κατοικούσαν τότε, στα τιμημένα (κατά το περίφημο εθνεγερτήριο άσμα «σήκωσέ το το τιμημένο») αρχαία χρόνια. Αυτός ο τόπος, μιλώντας γενικά για τα Βαλκάνια και πιο ειδικά για το μέρος που σήμερα λέγεται «Ελλάδα», μέσα στο ασύμμετρο πεδίο της πλανητικής ολότητας φαίνεται να βρίσκεται σε μια απευθείας, προνομιακή θα τολμούσε να πει κανείς σύνδεση με το Παγκόσμιο. Όποιος τ’ ακούει λίγο μεταφυσικό όλο αυτό, ας γυρίσει πλευρό μες το τετράγωνο πνευματικό κλουβί του κι ας συνεχίσει το μακάριο ύπνο του αθεράπευτα σίγουρος για την αδιαμφισβήτητη, στέρεη αλήθεια που με τόσο κόπο έχει κατακτήσει. Υπάρχει μια οδός, ένα αόρατο κοσμικό μονοπάτι μες από το οποίο κάποιες (σημαντικές) φορές αυτό που συμβαίνει εδώ αντηχεί άμεσα στην Παγκοσμιότητα χτυπώντας μια νευραλγική της χορδή.
Όπως και να ‘χει, αυτό που μας ενδιαφέρει πρωτίστως σε σχέση με την ελληνική εξέγερση και τη σημασία της δεν είναι ο τόπος αλλά ο χρόνος (ο χρόνος άλλωστε είναι αυτός που, πέρα από τους τωρινούς χαιρετισμούς και τις εκδηλώσεις συμπαράστασης απ’ όλο τον κόσμο, θα φανερώσει σε βάθος την παγκόσμια αντήχηση της ελληνικής εξέγερσης στην πράξη). Και πιο συγκεκριμένα η δημιουργία του ιστορικού Χρόνου ως διαρκές τέλος-πέρας, η κατάλυσή του, και η αναδημιουργία του ως διαρκής αρχή-άπειρο. Ας μείνω όμως προς το παρόν στα δύο πρώτα σκέλη της παραπάνω πρότασης, τα οποία αφορούν το «τώρα» και το συγκεκριμένο τόπο. Κυρίες και κύριοι, το πολιτισμικό μοντέλο που έχει επικρατήσει τα τελευταία 500 χρόνια, ο δυτικο-παγκόσμιος αστικός πολιτισμός επιστρέφει στη γενέτειρά του για να πεθάνει. Ο κύκλος κλείνει εκεί που άνοιξε, κι ένας νέος κύκλος ανοίγει στην αέναη σπείρα της πορείας του Σύμπαντος και του Ανθρώπινου είδους. Ας σιωπήσουμε για λίγο, και μες το μπάχαλο των πραγμάτων και του μυαλού μας ας αισθανθούμε έστω κι ένα μικρό κομμάτι της παράφορης ευτυχίας του να είμαστε ζωντανοί άνθρωποι, τώρα, εδώ.
Οι άμεσες εξηγήσεις της ελληνικής εξέγερσης είναι φυσικά ευνόητες. Η σαπίλα, η κοροϊδία, η λεηλασία κι ο εξευτελισμός των ζωών μας έχει ξεχειλίσει πια από τ’ αυτιά μας. Οι δυνάμεις καταστολής σαν αιχμή του δόρατος και πιο φανερή εκδήλωση της δολοφονικής βίας ενός ετοιμοθάνατου συστήματος έχουν εδώ και καιρό αποθρασυνθεί πέρα από κάθε πιθανό όριο ανοχής. Ειδικά γι’ αυτούς έχω μόνο ένα μικρό σχόλιο να κάνω, κι αυτό επειδή εκνευρίζομαι αφάνταστα ν’ ακούω ακόμη και μέσα στις γραμμές της εξέγερσης την «προχωρημένη», «πολιτικά ζυγισμένη», «έλλογη», «συναισθηματικά αποστασιοποιημένη», «μεγαλόκαρδη» κι «ανθρωπιστική» άποψη που λέει πως οι αστυνομικοί είναι άνθρωποι των λαϊκών στρωμάτων που έχουν πέσει κι αυτοί θύματα της εκπαίδευσής τους και του συστήματος γενικότερα. Λοιπόν μάγκες, οι αστυνομικοί μπορεί όντως να είναι ο τελευταίος τροχός της αμάξης στην όλη ιστορία (αν και νομίζω πως γενικά έχουμε την τάση να υποτιμάμε τη σημασία τους για το σύστημα, δε μας γεμίζουν το μάτι για «σημαντικοί» επειδή είναι τόσο εξόφθαλμα γελοίοι και μαλάκες, λες κι αυτό το σύστημα έτσι όπως είναι να άξιζε τάχαμου κάποιους άλλους, καλύτερους από δαύτους να έχει ως «σημαντικούς»), αλλά από ηθική και υπαρξιακή άποψη είναι οι χειρότεροι απ’ όλους. Οι εκπαιδευτές και οι προστάτες τους κάνουν απλά τη δουλειά τους, είναι βαθιά χωμένοι μέσα στο σύστημα κι απολαμβάνουν τα προνόμια του. Αυτοί όμως οι κακόμοιροι και κακοπληρωμένοι, αυτοί θα ‘πρεπε κανονικά να ναι μαζί μας αλλά έχουν πάει με τους άλλους, κι όχι μόνο αυτό, αλλά μας πουλάνε τσαμπουκά και νταηλίκι με τις πλάτες των άλλων. Αυτά τα λίγα γι’ αυτά τα μικρά ανθρωπόμορφα[1] σκουλήκια Γαμάτε τους. Τέλος.
Μιλώντας πιο ειδικά για τη νεολαία, τον πόλεμο εναντίον της τον έχει ξεκινήσει το ίδιο το σύστημα, αδιάψευστη απόδειξη πως πρόκειται για ένα σύστημα χωρίς κανένα μέλλον. Το ότι είναι οι νέοι αυτοί που σαλπίζουν πρώτοι την αντεπίθεση της κοινωνίας δε μου προκαλεί καμία έκπληξη. Οι νέοι βλέπουν πολύ καθαρά την άβυσσο εκεί που οι μεγαλύτεροι χαριεντίζονται φαντασιώνοντας σταθερά σημεία και στηρίγματα στο μικρό εαυτούλη που έχουν χτίσει μέσα στην καρδιά του κτήνους και στις ταπεινές χαρές του που νυχθημερόν αγωνίζονται να επιτύχουν και να προστατεύσουν. Ποτέ δεν πίστεψα τις εύκολες, αφ’ υψηλού κριτικές περί «κοινωνικής απομόνωσης κι αδιαφορίας» των νέων. Και γιατί παρακαλώ να ενδιαφέρονται για το μπουρδέλο μας; Ήξερα καλά κι από πρώτο χέρι πως η λεγόμενη «αδιαφορία» δεν είναι παρά η βαθιά, απόλυτη περιφρόνηση του κόσμου έτσι όπως είναι φτιαγμένος, κι ήξερα επίσης πως αυτή η περιφρόνηση είναι η μόνη στάση από την οποία μπορεί να προκύψει κάτι καλό στην παρούσα κατάσταση πραγμάτων. Σαν ένας συνειδητός φορέας της περιφρόνησης αυτής που ανήκει σε μια λίγο παλιότερη γενιά και που προσπαθεί εδώ και χρόνια να τη μετατρέψει σε παράγοντα δράσης μέσα στον κόσμο (όχι πάντα με τα καλύτερα αποτελέσματα), χαιρόμουν πάντα και σήμερα ακόμη περισσότερο να βλέπω πως η στάση αυτή στους πιο νέους παίρνει πιο μαζικά κοινωνικά χαρακτηριστικά. Αυτό σημαίνει πως αυτού του είδους ο διδακτικός για όλους μας μηδενισμός, ένας μηδενισμός των πραγμάτων κι όχι των αξιών όπως προσπαθούν να μας πείσουν οι άθλιοι υποστηριχτές των τωρινών πραγμάτων και των μηδενικών τους αξιών, έχει πια τη δυνατότητα να γίνει στ’ αλήθεια ενεργός, να συγκροτήσει μια αυθεντική κοινωνική στάση που παράγει κοινωνική πραγματικότητα αντί να μένει μια άναρθρη, εκκεντρική κραυγή όπως ήταν η περίπου αναπόφευκτη μοίρα για τους προηγούμενους, λιγοστούς κι απομονωμένους θιασώτες του.
Οι νέοι κάνουν τη δουλειά τους μια χαρά, μέσα στις κοινότητες και τις ομαδοποιήσεις τους χτίζουν μια νέα γλώσσα που οι μεγαλύτεροι δυσκολευόμαστε να καταλάβουμε - κι ευτυχώς. Προσωπικά, σαν κάποιος λίγο (κι ελπίζω όχι ανεπανόρθωτα) μεγαλύτερος που για μια και μόνο στιγμή παίρνει στα σοβαρά αυτή του την ιδιότητα, μια μόνο συμβουλή έχω να τους δώσω: Μην εμπιστεύεστε τους μεγαλύτερους. Πάρτε ό,τι θετικό νομίζετε από κάποιους από αυτούς (κι υπάρχουν σίγουρα πολλά), όμως μη βασίζεστε σ’ αυτούς και κυρίως, μην τους αφήνετε να σας μολύνουν με το δισταγμό τους. Από μόνη της η εμπειρία της προχωρημένης ενηλικίωσης σε μια κοινωνία που κάθε μέρα κλέβει από τους ανθρώπους ψυχή, μυαλό και σώμα για να υπάρξει, έχει αφήσει ακόμη και στους πιο συνειδητά επαναστατημένους από μας φανερά και κρυφά κατάλοιπα αλλοτρίωσης, μνήμες ματαίωσης και ήττας, τυφλά σημεία και συμπλέγματα υποταγής που ποτέ δεν ξέρεις πότε θα ενεργοποιηθούν - και συχνά δυστυχώς το κάνουν τις πιο κρίσιμες στιγμές.
Από κει και πέρα, ξέρουμε όλοι καλά πως τα νεολαιϊστικα ξεσπάσματα όσο ισχυρά κι εκρηκτικά κι αν είναι, δε μπορούν από μόνα τους να πετύχουν τη νίκη και τη ριζική κοινωνική αλλαγή που έχουμε ανάγκη για να μπορέσουμε να ζήσουμε. Μπορεί το μέλλον ν’ ανήκει ολοκληρωτικά στους νέους, δε μπορούν όμως από μόνοι τους να καθορίσουν το παρόν. Εμείς οι υπόλοιποι λοιπόν, αυτοί οι τύποι με τις κουτσά-στραβά διαμορφωμένες ζωές και προσωπικότητες (ο Θεός να τις κάνει, τέλος πάντων), καλό είναι ν’ αντικρίσουμε κατάφατσα την πραγματικότητα και να μη φοβηθούμε να κατανοήσουμε με όλες του τις συνέπειες αυτό που ήδη όλοι βαθιά μέσα μας κατανοούμε. Η τωρινή απότομη όξυνση της κοινωνικής σύγκρουσης είναι η είσοδός μας σε μια νέα, δύσκολη κι ελπιδοφόρα εποχή, το πρώτο τράνταγμα σε μια ακολουθία δονήσεων διαρκώς κλιμακούμενης έντασης και έκτασης - τόσο στην Ελλάδα όσο και (κυρίως) διεθνώς. Η πραγματικότητα, αυτό που έχουμε μάθει να ζούμε και να καταλαβαίνουμε ως πραγματικότητα, τρίζει. Εκεί που έμοιαζε θεόρατο, αδιαπέραστο παγόβουνο, μεταμορφώνεται σε εύθραυστο, λεπτό στρώμα πάγου - τι να κρύβει από κάτω; Αυτό που συμβαίνει τις τελευταίες μέρες στην Ελλάδα δεν αφορά την Ελλάδα και το τώρα, είναι Παγκόσμιο κι αφορά την κατάσταση που θα ζήσουμε ως Ανθρώπινο είδος τα επόμενα χρόνια - κι αυτό που θα ζήσουμε τα επόμενα χρόνια αφορά και εμπλέκει σύσσωμο το παρελθόν και το μέλλον του είδους, την ίδια την επιβίωσή του. Οι σκέψεις που κάνουμε λοιπόν πάνω στα γεγονότα, ας είναι προσανατολισμένες στην προοπτική της «μακράς διάρκειας». Καλό μας ταξίδι και προσοχή στα κενά αέρος.
Έχοντας αυτά κατά νου, θα πάω κατευθείαν στο θέμα-ταμπού μιας γερασμένης, κο(υ)ρασμένης, πολλαπλά ευνουχισμένης κοινωνίας που μόλις τώρα, δειλά-δειλά, ψηλαφίζει το σημείο του τραύματος για ν’ ανακαλύψει πως τα γεννητικά της όργανα ίσως και να είναι ακόμη στη θέση τους, κι αν όχι, πως μπορούν να ξαναφυτρώσουν. Το θέμα της καταστροφής. Αναφέρομαι ασφαλώς στην πραγματική καταστροφή των υφιστάμενων κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών δομών που αποτελεί και το ουσιαστικό διακύβευμα, κι όχι στην καταστροφή βιτρινών, τραπεζών και καταστημάτων. Αυτή είναι μια επιφανειακή, συμβολική, θεαματική καταστροφή, χρήσιμη στο κράτος και τα ΜΜΕ για να υποδαυλίσουν τα φοβικά αντανακλαστικά των νοικοκυραίων όσο και στους εξεγερμένους για να συμπυκνώσουν εκφραστικά τις προθέσεις τους. Μέχρι εκεί όμως. Δεν έχει τόσο σημασία η ίδια όσο αυτό που υπαινίσσεται, και γι’ αυτό ακριβώς σκοπεύω να μιλήσω.
Ή μάλλον όχι, θα κάνω κι έπ’ αυτού δυο σχόλια. Το πρώτο για να επισημάνω το αίσχος και το απύθμενο θράσος να μιλάνε οι «από πάνω» για τους «από κάτω» και να λένε πως είναι βίαιοι. Να μιλάνε ποιοι, αυτοί που είναι οι γεννήτορες κι οι αιώνιοι υπερασπιστές όλης της καταπίεσης και της βίας που βιώνουμε από την πρώτη στιγμή που τολμάμε ν’ αναπνεύσουμε μέσα στον κωλόκοσμό τους. Το δεύτερο για ν’ αναφερθώ σ’ αυτή την ιλαροτραγική (κι εξωφρενικά μεγενθυμένη μες απ’ τους παραμορφωτικούς φακούς των Μέσων) φιγούρα του μικρομαγαζάτορα του κέντρου της Αθήνας (κι όλων των κέντρων των επαρχιακών πόλεων που εξελίχθηκε η εξέγερση) που κλαψουρίζει για την περιουσία που έχασε ή, πολύ συνηθέστερα, που φοβάται ότι θα χάσει. Θα πω αρχικά πως, καλώς ή κακώς, οι δρόμοι της κατανάλωσης και της εξέγερσης είναι οι ίδιοι δρόμοι, οι μεγάλοι κεντρικοί δρόμοι μαζικής κυκλοφορίας. Άμα γουστάρεις η πραμάτεια σου να έχει το πρώτο τραπέζι στην πίστα που χιλιάδες άνθρωποι κυκλοφορούν και ψωνίζουν για να κονομάς, θ’ αναλάβεις μοιραία και το ρίσκο η βιτρίνα σου να είναι ο πρώτος στόχος όταν κάποιοι απ’ αυτούς τους χιλιάδες ανθρώπους που τους μοστράρεις τσαμπουκά στη μάπα κάθε μέρα πράγματα που δε μπορούν ν’ αποκτήσουν, αποφασίσουν να εκφράσουν την οργή τους και να σκεφτούν πως ίσως τελικά και να υπάρχει τρόπος να τ’ αποκτήσουν. Απλά πράγματα.
Το άλλο σχόλιο που έχει και το πραγματικό ζουμί είναι πως τη «στιγμή» που ο μικρομαγαζάτορας, αυτός ο παραδοσιακός κι ακάματος στυλοβάτης του συστήματος, θα καταλάβει ότι ο εχθρός του είναι το κράτος και οι τράπεζες κι ότι η θέση του είναι μαζί μ’ αυτόν που «τα σπάει», τότε θα σημάνει και η ώρα της τελικής επίθεσης και της νίκης των δυνάμεων της κοινωνικής απελευθέρωσης. «Μπα, κι από πότε ο φύσει συντηρητικός κι αμφιταλαντευόμενος μικροαστός απέκτησε αξία βαρόμετρου για την έκβαση της κοινωνικής σύγκρουσης;», ακούω την ερώτηση με την εύλογη καχυποψία. Η αλήθεια είναι πως για τους μικροαστούς και το ρόλο τους έχω μια άποψη λίγο αιρετική σε σχέση με την αντίληψη που κυκλοφορεί στους κόλπους της επαναστατικής πολιτικής. Η αντίληψη αυτή θεωρεί λίγο-πολύ πως οι συγκροτημένες και πραγματικά ενεργές τάξεις του κοινωνικού στίβου είναι η αστική και η εργατική τάξη. Αυτές είναι οι τάξεις που μπορούν να αρθρώσουν και να υπερασπιστούν στην πράξη ένα συνολικό σχέδιο οργάνωσης της κοινωνίας. Οι μικροαστοί δεν αποτελούν ανεξάρτητο παράγοντα της κοινωνικής πάλης, είναι ένα παθητικό κοινωνικό στρώμα που σε κάθε κρίσιμη καμπή επιλέγει να ταχθεί είτε με το ένα είτε με το άλλο από τα κύρια κοινωνικά στρατόπεδα.
Δε θα διαφωνήσω καθόλου μ’ αυτή την περιγραφή, θα ρίσκαρα όμως μια πιο «πονηρή» ανάγνωσή της. Η ανάγνωση αυτή λέει πως, ακριβώς λόγω της εξαρτημένης κοινωνικής του φύσης, με την επιλογή που κάθε φορά κάνει για το που θα ρίξει το βάρος του ο μικροαστός γίνεται στην πραγματικότητα ο άνθρωπος-κλειδί, ο αστάθμητος κι απολύτως καθοριστικός παράγοντας της έκβασης της σύγκρουσης. Με μια πρόχειρη, νοερή επισκόπηση νομίζω πως δεν θα έπεφτα πολύ έξω αν υποστήριζα πως κάθε πραγματικά σημαντική κοινωνική σύγκρουση στη μέχρι τώρα ιστορία του κεφαλαιοκρατικού συστήματος κρίθηκε εν τέλει από το ποιον επέλεξαν να στηρίξουν τα μικροαστικά κοινωνικά στρώματα. Ο ιδιάζων και κρίσιμος αυτός κοινωνικός ρόλος του μικροαστού απορρέει ακριβώς από την εγγενή αμφιταλάντευση και παθητικότητά του. Η αμφιταλάντευση προικίζει το μικροαστό με μια ιδιαίτερη μορφή ελευθερίας, σημαίνει πως ενώ οι άλλοι δύο ανεξάρτητοι παράγοντες της σύγκρουσης διαμορφώνουν το πλαίσιο και τους όρους της ο μικροαστός είναι αυτός που επιλέγει, ο μόνος παράγοντας στην πραγματικότητα που είναι ελεύθερος και σε θέση να επιλέξει. Η παθητικότητα από την άλλη, αυτή η ιστορικά ανενεργή του κατάσταση είναι που μετατρέπει το μικροαστό στον πλέον αξιόπιστο καθρέφτη, σ’ ένα ψυχρό κι αδιάψευστο δείκτη του πραγματικού επιπέδου εξέλιξης στο οποίο βρίσκεται κάθε φορά η κοινωνία και οι προοπτικές της, πέρα από τα φαντασιακά σχήματα και οράματα που μετέρχονται οι ενεργές κοινωνικές τάξεις εξαιτίας της δικής τους ιδιαίτερης κοινωνικής κι ιστορικής φύσης (το ιστορικά και κοινωνικά ενεργό στοιχείο είναι πάντα αδιαχώριστο από το φαντασιακό). Τη «στιγμή» λοιπόν που ο μικροαστός θ’ αποφασίσει να ταχθεί με τη μεριά της επανάστασης, θα ‘ναι η πραγματική ώρα της κοινωνίας ν’ αλλάξει ριζικά επίπεδο εξέλιξης κι οργάνωσης.
Ο ρόλος του μικροαστού ενισχύεται ιδιαίτερα στη σημερινή εποχή για δύο επιπρόσθετους λόγους. Ο πρώτος αφορά το αδυσώπητο χτύπημα της λεγόμενης «μεσαίας τάξης» από την κρίση του παγκόσμιου συστήματος, και κυρίως από τη δομική πλέον αδυναμία του αστικού κράτους να της παράσχει την οποιαδήποτε πραγματική προστασία και προοπτική. Στον 20ο αιώνα που ο καπιταλισμός βρισκόταν ακόμη σε ηλικία σχετικής ακμής, είχε τη δυνατότητα να παράγει, να συντηρεί και ν’ αναπτύσσει τη μεσαία τάξη, κι έτσι, έχοντας έτοιμο το σκελετό, να μπορεί να εμφανίζεται ως οργανωτής κι εκφραστής ολόκληρης της κοινωνίας. Στον 21ο αιώνα της προϊούσας αποσύνθεσης κι αποδιοργάνωσης του παγκόσμιου συστήματος, όχι μόνο η κρίση αλλά ακόμη και μια ενδεχόμενη εκ νέου οικονομική «ανάπτυξη» του συστήματος δε μπορεί παρά να στηρίζεται στο χτύπημα της «μεσαίας τάξης» και ν’ αφορά αποκλειστικά τα πανίσχυρα οικονομικά συμφέροντα των μεγάλων εταιριών και των τραπεζών. Πολύ απλά, ο καπιταλισμός είναι πια όλο και λιγότερο σε θέση να παράγει κοινωνία.
Ο δεύτερος λόγος έχει να κάνει με την τάση επέκτασης της μικροαστικής συνείδησης σ’ ολόκληρο το κοινωνικό φάσμα, πέρα από τον κλασικό μικροαστό έτσι όπως θα τον ορίζαμε αυστηρά με όρους πολιτικής οικονομίας. Για την ακρίβεια στη σημερινή εποχή έχουμε το παράδοξο φαινόμενο ότι ενόσω ο κλασικός μικροαστός τείνει όλο και περισσότερο να εκλείπει, η μορφή συνείδησης που τον χαρακτηρίζει ιστορικά τείνει να αποσπάται από τις ιδιαίτερες συνθήκες κοινωνικής ύπαρξης που την παράγουν αρχικά, και διαμέσου των μαζικών ιδεολογικών μηχανισμών του συστήματος να διαχέεται στο κοινωνικό σώμα. Οι ιστορικές ταξικές κουλτούρες και μορφές συνείδησης, τόσο η παραδοσιακή αστική όσο και η παραδοσιακή εργατική κουλτούρα, βρίσκονται σε διαδικασία παρακμής. Με όρους ατομικής συνείδησης, θα λέγαμε ότι στη σημερινή εποχή το ψυχολογικό υπόβαθρο όλων μας είναι ο ιδιαίτερος ψυχισμός του μικροαστού. Το στοιχείο αυτό είναι απολύτως ενδεικτικό του ιδιάζοντος χαρακτήρα της εποχής που ζούμε. Η μικροαστική συνείδηση είναι μια κατεξοχήν μηδενική και μηδενίζουσα συνείδηση, και η εποχή μας είναι ακριβώς η εποχή του μηδενός της Ανθρώπινης Ιστορίας.
Ξαναπιάνοντας το θέμα της καταστροφής από αυτό ακριβώς το σημείο, αυτό που χρειάζεται να τονιστεί και να γίνει κοινή συνείδηση όσο το δυνατό γρηγορότερα είναι πως η καταστροφή είναι καταρχήν επιλογή όχι δική μας, αλλά του καπιταλισμού. Μάλλον καλύτερα, δεν είναι στ’ αλήθεια επιλογή ούτε του καπιταλισμού. Η καταστροφή του Ανθρώπινου Κόσμου είναι η μοιραία κι αναγκαστική πραγματικότητα ενός υπέργηρου, κορεσμένου συστήματος που τρέφεται από τις ίδιες του τις σάρκες, από την καταστροφή της κοινωνίας που το ίδιο δημιούργησε, προκειμένου να κερδίσει μικρές παρατάσεις ζωής. Αυτό που ζούμε από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 κι ύστερα είναι οι διαδοχικοί αναβαθμοί της αποσταθεροποίησης του κοινωνικού και πολιτισμικού μοντέλου των τελευταίων 500 χρόνων (κι ας μείνω εδώ χωρίς να προχωρήσω πιο πίσω). Πετρελαϊκή κρίση το ’70, κρίση του χρέους το ’80, κατάρρευση του κρατικού καπιταλισμού το ’90, πόλεμος «κατά της τρομοκρατίας» το ’00, και τώρα, βαδίζοντας προς τη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα, η παγκόσμια οικολογική και οικονομική κρίση πλησιάζει όλο και κοντύτερα στο σημείο βρασμού. Αν δε θέλουμε να βρεθούμε στην ίδια θέση παρανοϊκής άρνησης με τον πωλητή εξωτικών πουλιών στην περίφημη σκηνή των Monty Pythons με το νεκρό παπαγάλο, οφείλουμε να κοιτάξουμε τον ταύρο στα μάτια. Κυρίες και κύριοι, ο πολυαγαπημένος μας καπιταλισμός μας αφήνει χρόνους. Αυτό που μένει να φανεί είναι το εάν μαζί με τον καπιταλισμό θα καταστραφούμε κι εμείς, το Ανθρώπινο είδος κι ο πολιτισμός του. Για να μη συμβεί αυτό, θα πρέπει να καταστρέψουμε τον καπιταλισμό πριν μας καταστρέψει αυτός.
Σχολιάζοντας την εξέγερση της Αθήνας ο Mike Davis, ίσως ο πιο έγκυρος κι οξυδερκής αναλυτής των αστεακών εξεγέρσεων του καιρού μας, τονίζει πως σηματοδοτεί την έναρξη ενός νέου κύκλου κοινωνικής αμφισβήτησης που διαφοροποιείται τόσο από το επαναστατικό κύμα του ’68 όσο και από το πιο πρόσφατο κίνημα αντίστασης της αντι-παγκοσμιοποίησης. Σε σχέση μ’ αυτό το τελευταίο παρατηρεί πως διακατεχόταν από ένα πνεύμα ελπίδας κι αισιοδοξίας για τον «άλλο κόσμο που είναι εφικτός», ενώ αντίθετα ο νέος κύκλος αμφισβήτησης που άνοιξε στην Αθήνα είναι ένα κίνημα ποτισμένο στη χολή της οργής, της απογοήτευσης, του αδιεξόδου και της καταστροφής. Προσωπικά ο ίδιος σχολίαζα το 2004 τις διαδικασίες του αντι-παγκοσμιοποιητικού κινήματος λέγοντας πως δεν αποτελούν παρά την κορυφή του παγόβουνου σε σχέση με τις ριζοσπαστικές μοριακές διεργασίες που λαμβάνουν χώρα στις ανθρώπινες κοινωνίες διεθνώς. Σαν σύνθημα που συνοψίζει το πνεύμα της επερχόμενης Παγκόσμιας Επανάστασης του Ανθρώπινου είδους χρησιμοποίησα τη φράση «Η απελπισία είναι η τελευταία και η πραγματική μας ελπίδα». Στο πλαίσιο της θεωρίας της Θεϊκότητας του Ανθρώπινου είδους, υποστήριξα επίσης πως η αποκάλυψη του πραγματικού Θεού στον 21ο αιώνα (του Ανθρώπινου είδους εννοώντας) θ’ ακολουθήσει την ίδια πορεία που διέγραψε η αποκάλυψη του αφηρημένου Θεού του πιο ανεπτυγμένου κι ισχυρού μονοθεϊσμού, της χριστιανικής δηλαδή θρησκείας. Ο Θεός πρώτα θ’ αποκαλυφθεί ως οργή κι εκδίκηση (Παλαιά Διαθήκη), και στη συνέχεια ως αγάπη (Καινή Διαθήκη). Αυτός ο Θεός της εκδίκησης, λοιπόν, άρχισε ήδη ν’ αποκαλύπτεται, κι ο πρώτος σταθμός της αποκάλυψής του είναι η Ελλάδα. Ο πραγματικός Θεός γεννιέται στον ίδιο πολιτισμικό τόπο που ο αφηρημένος Θεός του χριστιανισμού αφομοίωσε και κατέστρεψε προκειμένου να κυριαρχήσει, αυτή είναι η διαλεκτική της Ανθρώπινης Ιστορίας, η διαλεκτική δηλαδή της πραγμάτωσης της αληθινής-Θεϊκής φύσης του Ανθρώπινου είδους.
Είναι αλήθεια πως μολονότι στη καπιταλιστική ζωή μας βιώνουμε αναρίθμητες μικρές και μεγάλες καταστροφές μέσα μας και έξω μας, είμαστε όλοι μεγαλωμένοι σ’ ένα πολιτισμικό κλίμα όπου η έννοια της καταστροφής είναι περίπου ανάθεμα. Ακόμη πιο αλήθεια όμως είναι πως η Φύση είναι μια άπειρη καταστροφικότητα (όπως και δημιουργικότητα), και πως ο κάθε Άνθρωπος σαν καθολική έκφραση της Φύσης που είναι, κρύβει μέσα του κι ένα μεγάλο καταστροφέα. Αυτό το βέβηλο καταστροφέα οφείλουμε να αφυπνίσουμε και ν’ αφήσουμε ελεύθερο αν θέλουμε να έχουμε κάποια τύχη. Τίποτα το πραγματικά καλό δε μπορεί να υπάρξει, τίποτα που ν’ αξίζει το χαρακτηρισμό «ανθρώπινο» εάν δεν καταστραφεί αυτό που έχει ήδη δημιουργηθεί και μας πλακώνει. Σ’ ένα πεδίο ασφυκτικά αποικισμένο από το κεφάλαιο και τις διαδικασίες του, η καταστροφή είναι η δυνατή κλωτσιά που διανοίγει το χώρο για να συμβεί το οτιδήποτε πραγματικά δημιουργικό. Αυτό άλλωστε φάνηκε πολύ έντονα στην ελληνική εξέγερση. Η δυναμική των πρωτότυπων κι εκτεταμένων εκδηλώσεων δημιουργικής λαϊκής πρωτοβουλίας και αυτοοργάνωσης που τη χαρακτηρίζουν, προέκυψε ακριβώς μες από τη δυναμική και το χώρο που διάνοιξε η πρωτοφανής σε ένταση και έκταση εκδήλωση της κοινωνικής αντι-βίας τις τρεις πρώτες μέρες.
Ο χρόνος που ζούμε είναι δανεικός και τεχνητός. Δανεικός γιατί είναι κλεμμένος από το μέλλον, τεχνητός γιατί είναι χρόνος που ζούμε μέσα στην αναπαράσταση. Ολόκληρος ο Ανθρώπινος Κόσμος κλεισμένος μέσα σε χρεόγραφα προς μελλοντική αποπληρωμή, να ποια είναι η ουσία της πιστωτικής κρίσης που τώρα σκάει σα φούσκα στα μούτρα μας. Το πραγματικό μέλλον είναι άπειρο, γι’ αυτό ακριβώς και δε μπορεί να δανείζει έπ’ άπειρον τον εαυτό του σε κάτι ιστορικά κατασκευασμένο και πεπερασμένο όπως ο καπιταλισμός. Η υποκλοπή του μέλλοντος από το κεφάλαιο μας κάνει να μην έχουμε πια καμία ανάγκη προσφυγής σε κάποιο ουτοπικό μέλλον προκειμένου να καταστρέψουμε το παρόν, όσο κι αν το ουτοπικό αυτό μέλλον ορίζει τα όνειρα και τις επιθυμίες μας. Το μέτρο της ανάγκης μας για ένα από τώρα οριοθετημένο μέλλον πέραν του καπιταλισμού, δηλώνει ακριβώς το μέτρο του φόβου μας απέναντι στις καταστροφικές του δυνάμεις. Όταν βρίσκομαι στη φυλακή και μάλιστα με την απειλή του θανάτου, δε μ’ ενδιαφέρει και τόσο να μάθω τι βρίσκεται έξω από τη φυλακή. Βασικά μ’ ενδιαφέρει να βγω. Και μάλιστα όσο πιο γρήγορα γίνεται γιατί ο δανεικός μου χρόνος τελειώνει.
Λοιπόν αυτός ο δανεικός χρόνος που ζούμε είναι μια αρκετά μυστήρια ιστορία. Μοιάζει πολύ με την κατάσταση που ο Derrida στην πιο ενδιαφέρουσα, στη μηδενιστική του φάση περιγράφει ως «ασύμπτωτο του παρόντος με τον εαυτό του», μια κατάσταση που είναι «πολύ νωρίς» και συνάμα είναι «ήδη αργά». Βέβαια ο Derrida σαν ένας κατά βάθος γνήσιος μεταφυσικός και δηλωμένος εχθρός της διαλεκτικής, εκλαμβάνει την κατάσταση αυτή ως οντολογικό δεδομένο, ως την αιώνια κι απαράλλακτη κατάσταση του είναι. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια κατάσταση του ιστορικού Χρόνου και μάλιστα όχι όποια κι όποια, αλλά τη Μοναδική κατάσταση όπου ολόκληρο το οντολογικό εποικοδόμημα του ιστορικού Χρόνου, του Χρόνου δηλαδή της διαλεκτικής ανάπτυξης της Αλλοτρίωσης του Ανθρώπινου είδους από την αληθινή-Θεϊκή του Φύση, μηδενίζεται προκειμένου να αναδυθεί μια ολότελα νέα Ανθρώπινη κατάσταση του είναι, μια νέα χρονικότητα πέραν της Ιστορίας.
Εν ολίγοις τη σήμερον ημέρα κανείς δεν είναι στ’ αλήθεια ζωντανός. Η πάλη που ζούμε και θα ζούμε όλο και πιο έντονα τα επόμενα χρόνια είναι μια πάλη ανάμεσα στο ακόμη αγέννητο και το ήδη νεκρό. Η κατάσταση της ύπαρξής μας είναι μια φα(ντα)σματική κατάσταση στην οποία συμπλέκονται αδιάκριτα το αποχαιρετιστήριο λαμπύρισμα αυτού που φεύγει και η δειλή ακόμη ανταύγεια αυτού που έρχεται - γι’ αυτό κι η εικόνα και το θέαμα μας γοητεύουν τόσο ακατανίκητα. Ο άνθρωπος στην οθόνη μας φαίνεται πιο αληθινός από τον άνθρωπο με σάρκα και οστά, κι έχουμε δίκιο γιατί εμείς είμαστε οι άνθρωποι στην οθόνη, φαντάσματα που ζουν στη δισδιάστατη επιφάνεια ενός ασύμπτωτου παρόντος που περικλείει όλο το παρελθόν κι όλο το μέλλον μας.
Η πάλη μας για να παραμερίσουμε το ήδη νεκρό και να κάνουμε το ακόμη αγέννητο να γεννηθεί διεξάγεται ταυτόχρονα κι αδιαχώριστα στο εξωτερικό και στο εσωτερικό πεδίο, έχουμε δηλαδή να καταπιαστούμε με την καταστροφή τόσο σε επίπεδο εξωτερικών κοινωνικών-θεσμικών δομών όσο και συνειδησιακών, αντιληπτικών και ψυχοσυναισθηματικών σχημάτων και συμπλεγμάτων. Εστιάζοντας στο ψυχολογικό επίπεδο που συνήθως είναι και το πιο παραμελημένο θα έλεγα πως, ως αναγκαία έκφραση της συνολικής κατάστασης που βιώνουμε σαν είδος και στην οποία είμαστε όλοι μέτοχοι, υπάρχει στον καθένα μας ένα κομμάτι, ένα διαμορφωμένο πλέγμα νοητικών και συναισθηματικών στάσεων που είναι ήδη νεκρό. Το κομμάτι αυτό όσο κι αν στους περισσότερους από μας φαίνεται σχεδόν ταυτισμένο με το βίωμα του εαυτού μας, είναι στην πραγματικότητα ένα βάρος που παράγει μια συγκεκριμένη μορφή αδράνειας που απειλεί να μας παρασύρει ολόκληρους στη χώρα του «ήδη αργά». Αυτή η αδράνεια εκφράζεται κυρίως ως διάχυτος παραλυτικός φόβος για τους κινδύνους που στην παρούσα φάση μπορεί να ελλοχεύει η κάθε μας κίνηση και ιδιαίτερα αν αυτή έχει έναν ριζοσπαστικό κι απελευθερωτικό προσανατολισμό (βλέπε τη ραγδαία διάδοση των λεγόμενων «κρίσεων πανικού»), ως ναρκισσιστική υπερεπένδυση του εαυτού που ανακουφίζει προσωρινά αλλά στην ουσία μας χώνει ακόμη πιο βαθιά στο πηγάδι του τρόμου (όσο πιο πολύ εαυτό έχεις να υπερασπίσεις τόσο πιο πολύ φοβάσαι), και ως βόλεμα, ως φαντασιακή υπεραξίωση των «κεκτημένων» εντός αυτού του κόσμου που έρχεται να αντισταθμίσει ψυχικά την οπωσδήποτε δυσάρεστη και ταπεινωτική αίσθηση της κυριαρχίας του φόβου. Πρόκειται γενικά για μια πολύ επικίνδυνη μορφή αδράνειας που θα γίνεται όλο και πιο επικίνδυνη κι επιθετική στις εκφράσεις της όσο περισσότερο θα κινδυνεύει η ίδια. Μα πως μπορεί να κινδυνεύει κάτι που είναι ήδη νεκρό; Κι όμως μπορεί, κινδυνεύει να χάσει τη δανεική ζωή που κλέβει από το ακόμη αγέννητο σκοτώνοντάς το χωρίς το ίδιο να έχει καμιά πραγματική ελπίδα να ζήσει.
Η εμπειρία της ελληνικής εξέγερσης είναι εξαιρετικά χρήσιμη διότι συμπυκνώνει σε μια «εργαστηριακή» χρονική και τοπική μικροκλίμακα τα χαρακτηριστικά της κατάστασης που θα βιώσει το Ανθρώπινο είδος παγκοσμίως τα επόμενα χρόνια. Αναφορικά με την αδράνεια του βολέματος συγκεκριμένα, είναι εξαιρετικά διδακτική σε σχέση με το μέγεθος και τους ρυθμούς της κινητοποίησης που απαιτεί. Η ριζική ανατροπή των κοινωνικών δεδομένων είναι μια πολύ κουραστική, εξουθενωτική ιστορία. Καλό είναι να το έχουμε αυτό κατά νου από δω και πέρα και ν’ αρχίσουμε σιγά-σιγά να το παίρνουμε απόφαση και να σηκώνουμε τα μανίκια χωρίς βαρυθυμίες.
Σ’ ένα γενικό ψυχολογικό επίπεδο, η εμπειρία της εξέγερσης οξύνει κατά πολύ και φέρνει έτσι στην επιφάνεια της συνείδησης τη σχιζοειδή κατάσταση ύπαρξης που βιώνουμε αναπόφευκτα όλοι μέσα στο δανεικό χρόνο που ζούμε. Όσοι συμμετείχαν ενεργά στα γεγονότα κι αναγκάζονταν να διακόπτουν το σερί πορειών-συνελεύσεων-καταλήψεων για να πάνε στη γνωστή καθημερινή δουλειά τους, καταλαβαίνουν πολύ καλά τι εννοώ - αν και πρόκειται για μια κατάσταση που μας εμπλέκει εξαρχής όλους και η οποία με το πέρασμα του χρόνου θα εμπλέκει όλο και πιο ενεργά όλο και περισσότερους. Είναι η σχιζοφρένεια της διαρκούς εναλλαγής αλλά και της ταυτόχρονης πολλές φορές συνύπαρξης των απότομων εκκενώσεων απελευθερωτικής κοινωνικής αταξίας και των βίαιων επαναφορών σε μια κοινωνική «ομαλότητα» ολοένα πιο στυγνή κι απάνθρωπη. Ένα συνεχές πέρα-δώθε, γκάζι-φρένο, γκάζι-φρένο, μια κατάσταση που δίχως τα κατάλληλα ψυχικά εφόδια μπορεί να σε στείλει χαλαρά στο τρελάδικο καθώς τίποτα δε μπορεί πραγματικά να στεριώσει και ν’ αποκτήσει υπόσταση στο έδαφος του ήδη νεκρού, ενώ το ακόμη αγέννητο ασφυκτιά εντός της και … είναι ακόμη αγέννητο.
Θεωρώ λοιπόν πως είναι επιτακτική ανάγκη να καλλιεργήσουμε συνειδητά κάποιες ιδιαίτερες ψυχικές στάσεις προκειμένου ν’ ανταπεξέλθουμε στις υπαρξιακές παραδοξότητες της Μοναδικής ιστορικής κατάστασης που βιώνουμε. Οι στάσεις αυτές κατά τη γνώμη μου είναι βασικά δύο. Η πρώτη είναι αυτή που ονομάζω «στάση της ενεργητικής αναμονής». Στο πλαίσιο της ενεργητικής αναμονής ο άνθρωπος δραστηριοποιείται προκειμένου ν’ αλλάξει τις συνθήκες της ζωής του και τον εαυτό του, κι έτσι η στάση αυτή διαφοροποιείται ριζικά από την κλασική παθητική έννοια της αναμονής όπου κάποιος περιμένει απλά τα πράγματα να συμβούν και παρακολουθεί αμέτοχος. Ταυτόχρονα όμως είναι απολύτως συνειδητός στο ότι δεν περιμένει να δει άμεσα τα αποτελέσματα της δράσης του, κι έτσι η στάση αυτή διαφοροποιείται επίσης από το χυδαία ανταποδοτικό, κοντόφθαλμο και πρακτικίστικο πνεύμα του καπιταλισμού που απαιτεί την άμεση και χειροπιαστή εξαργύρωση της ανθρώπινης δραστηριοποίησης. Για να συγκροτηθεί και να λειτουργήσει η συγκεκριμένη ψυχική στάση πρέπει να έχουμε απολύτως ξεκάθαρο τι εννοούμε λέγοντας «πρακτικό αποτέλεσμα». Για τη ριζοσπαστική ανθρώπινη δράση της εποχής μας δεν υπάρχει κάτι που να μπορεί ν’ αποκληθεί «πρακτικό αποτέλεσμα» πέρα από την καθολική αλλαγή του Ανθρώπινου Κόσμου. Αυτό είναι το μοναδικό μέτρο της πρακτικής αποτελεσματικότητας του καιρού μας.
Η άλλη ψυχική στάση που προτείνω άμεσα την καλλιέργειά της είναι η «στάση της μηδενιστικής αισιοδοξίας». Πρόκειται για μια αρνητική μορφή αισιοδοξίας, μια αισιοδοξία που θεμελιώνεται εξ ολοκλήρου σ’ αυτή την άλλη πραγματικότητα, σ’ αυτό τον άλλο Ανθρώπινο Κόσμο πέραν του καπιταλισμού, και σε τούτον εδώ τον κόσμο που ζούμε αφήνει μόνο αυτό που του αξίζει κι αυτό που στ’ αλήθεια παίρνει, δηλαδή το μηδέν και τη μαυρίλα του. Εμείς όμως απ’ τη μεριά μας δε φοβόμαστε το μηδέν, αντίθετα κάνουμε επίκληση στην αρχέγονη, ακατάλυτη και λυτρωτική δύναμή του. Μέσα στη μηδενιστική μας αισιοδοξία συναιρούμε (χωρίς να αναιρούμε) όλο το μίσος και την οργή μας, και προσβλέπουμε με άδολη χαρά κι εμπιστοσύνη στην καθαρτική έλευση του μηδενός διαμέσου της οποίας και μόνον θα έρθει στο φως του Κόσμου το μεγαλείο της Ανθρώπινης ελευθερίας.
Κλείνοντας το σημείωμα αυτό θα ήθελα ν’ απευθύνω λίγα λόγια σε κάποιες συγκεκριμένες κατηγορίες ανθρώπων, έπ’ ευκαιρίας των εορταστικών αυτών ημερών.
Καταρχήν προς τους καλλιτέχνες: Κατανοώ πολύ καλά τη δύσκολη θέση στην οποία έχετε περιέλθει. Αυτές τις μέρες τα γεγονότα σας ξεπερνούν κι ο ρόλος σας μοιάζει λίγο περιττός καθώς η ποίηση αναβλύζει μες από τους δρόμους, μες από την άγρια ομορφιά της ίδιας της εξέγερσης. Στην εποχή που ζούμε, άλλωστε, μόνο η καταστροφή του υπάρχοντος μπορεί να παράγει μια αισθητική απόλαυση με πραγματικό έρεισμα. Από την άλλη όμως, στην εποχή αυτή μόνον η τέχνη κι ο επαναστατικός στοχασμός ίσως και να έχει ακόμη κάποιο νόημα να επιτελούνται δημιουργικά κι όχι καταστροφικά διότι το έργο που παράγουν είναι εξαρχής ένα αρνητικό έργο, ένα έργο καταστατικά συνδεδεμένο μ’ έναν άλλο, τελείως διαφορετικό κόσμο απ’ αυτόν που τώρα ζούμε. Αφήστε λοιπόν τις περισπούδαστες αναλύσεις περί του νοήματος της τέχνης, σπάστε το γόρδιο δεσμό κι αποδεσμευτείτε από τα ατελείωτα υπαρξιακά σας μπουρδουκλώματα. Πνίγεστε σε μια κουταλιά νερό και νομίζετε πως είναι ωκεανός. Εάν δεν ξέρετε ποιο είναι το νόημα της τέχνης σήμερα, επινοήστε το. Η αποστολή σας είναι απλή, απλούστατη. Συμμετέχετε ως καλλιτέχνες με όποιους τρόπους μπορείτε στις κινητοποιήσεις, πλαισιώστε τις με όσο το δυνατόν περισσότερα καλλιτεχνικά δρώμενα και παρεμβάσεις, δείξτε με ποιανού το μέρος είναι η ομορφιά του Κόσμου. Αν όλ’ αυτά σας ακούγονται υπερβολικά ρομαντικά, παρακαλείστε ευγενικά ν’ αλλάξετε δραστηριότητα.
Προς τους διάφορους πολιτικάντηδες, πανελίστες, σχολιαστές τηλεαστέρες κλπ : Όσο κι αν προσπαθείτε να κρυφτείτε, ξέρετε πολύ καλά μέσα σας πως είστε ήδη τελειωμένοι. Φαίνεται στο ύφος σας και βαθιά μέσα στο μάτι σας.
Προς τους αγαπητούς καπιταλιστές : Με τα λόγια ενός κορυφαίου δικού σας διανοητή της εποχής της νεότητάς σας (με συγχωρείτε αν σας προκαλώ νοσταλγία, ξέρω πως είστε πολύ ευαίσθητοι όμως προσπαθήστε να φανείτε δυνατοί, πάνε πέρασαν αυτά και δεν ξαναγυρίζουν), το «πράγμα καθεαυτό» είναι εδώ κι ήρθε επιτέλους η ώρα να μιλήσει. Κάτι θέλει να σας ψιθυρίσει γλυκά στ’ αυτί, μην κάνετε τους ακατάδεκτους, σκύψτε ν’ ακούσετε. Δυο τρυφερά λόγια αγάπης για το ταξίδι που μοιραστήκατε κι ονομάζεται «Ιστορία», πριν πετάξει το κεφάλι σας βαθιά στη μαύρη άβυσσο και συνεχίσει για να μιλήσει μια γλώσσα που εσείς δεν θα υπήρχε ποτέ καμία πιθανότητα να καταλάβετε.


[1] Πάντως ακόμη κι αυτό το «ανθρωπόμορφα» έχει γίνει πια πολύ αμφίβολο. Κάθονται το κράτος και τα μμε και κατασκευάζουν την τρομακτική φιγούρα του «επικίνδυνου κι αρματωμένου κουκουλοφόρου» - ρε παιδιά, τους άλλους τους είδατε; Πολλές φορές μπαίνω στο τριπ και κάνω ένα μικρό διανοητικό πείραμα που μου φαίνεται πολύ ενδιαφέρον κι αποκαλυπτικό της αλήθειας των πραγμάτων, και θα το πρότεινα στον καθένα. Πάρτε μια οποιαδήποτε φωτογραφία ή βίντεο συγκρούσεων ανάμεσα στις δυνάμεις καταστολής και τους εξεγερμένους και προσπαθήστε να την κοιτάξετε όσο το δυνατόν πιο ψυχρά κι αποστασιοποιημένα, ιδανικά σα να είστε ένας εξωγήινος απεσταλμένος στη Γη για να μελετήσει την εξέλιξη της ζωής και των ειδών στον πλανήτη. Τι βλέπετε; Εγώ βλέπω μια σύγκρουση όπου ο ένας αντίπαλος αποτελείται σίγουρα από ανθρώπους, μπορεί κάποιοι απ’ αυτούς να έχουν κρυμμένο το πρόσωπο τους, αλλά από τα ρούχα τους κι από τον τρόπο που κινούνται καταλαβαίνω πως είναι σίγουρα άνθρωποι. Οι άλλοι όμως, αυτοί που πάνε συνέχεια μαζί και δίπλα-δίπλα και κάνουν πάντα όλοι τα ίδια πράγματα, αυτοί έχουν πολύ περίεργη κοψιά. Θυμίζουν φευγαλέα (και κάπως σα να το κοροϊδεύουν) κάτι ανθρώπινο, κατά βάση όμως μοιάζουν με μια νοσηρή, τερατώδη μίξη ενός απροσδιόριστου ζώου και μιας μηχανικής κατασκευής προγραμματισμένης να βιαιοπραγεί. Να πρόκειται άραγε για καμιά νέα μετάλλαξη του είδους, μια πιο επιθετική ράτσα βγαλμένη μες από τα τοξικά και τη ραδιενέργεια; Και σε ποιο σημείο έχει προχωρήσει η μετάλλαξη, έχει άραγε επέλθει η μοιραία διακλάδωση που θα τους κάνει ένα άλλο, ξένο είδος προς το άνθρωπο; Κι αν όχι, μάλλον προς τα κει πάει το πράγμα. Πρέπει να έχω τα μάτια μου ανοιχτά και να το παρακολουθώ από κοντά το φαινόμενο…
Ο ΝΕΟΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ ΞΑΝΑ
ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ!

21/1/2009


Χα χα, ε ρε κάτι πλάκες, κοίτα να δεις που ο ανεκδιήγητος Λιακό είχε τελικά δίκιο. Ο Έλλην είναι Παγκόσμιος! Σίγουρα κάτι έχει να κάνει με το χώρο, με τον ίδιο τον τόπο, αφού οι άνθρωποι που τον κατοικούν τώρα ουδεμία σχέση έχουν μ’ αυτούς που τον κατοικούσαν τότε, στα τιμημένα (κατά το περίφημο εθνεγερτήριο άσμα «σήκωσέ το το τιμημένο») αρχαία χρόνια. Αυτός ο τόπος, μιλώντας γενικά για τα Βαλκάνια και πιο ειδικά για το μέρος που σήμερα λέγεται «Ελλάδα», μέσα στο ασύμμετρο πεδίο της πλανητικής ολότητας φαίνεται να βρίσκεται σε μια απευθείας, προνομιακή θα τολμούσε να πει κανείς σύνδεση με το Παγκόσμιο. Όποιος τ’ ακούει λίγο μεταφυσικό όλο αυτό, ας γυρίσει πλευρό μες το τετράγωνο πνευματικό κλουβί του κι ας συνεχίσει το μακάριο ύπνο του αθεράπευτα σίγουρος για την αδιαμφισβήτητη, στέρεη αλήθεια που με τόσο κόπο έχει κατακτήσει. Υπάρχει μια οδός, ένα αόρατο κοσμικό μονοπάτι μες από το οποίο κάποιες (σημαντικές) φορές αυτό που συμβαίνει εδώ αντηχεί άμεσα στην Παγκοσμιότητα χτυπώντας μια νευραλγική της χορδή.
Όπως και να ‘χει, αυτό που μας ενδιαφέρει πρωτίστως σε σχέση με την ελληνική εξέγερση και τη σημασία της δεν είναι ο τόπος αλλά ο χρόνος (ο χρόνος άλλωστε είναι αυτός που, πέρα από τους τωρινούς χαιρετισμούς και τις εκδηλώσεις συμπαράστασης απ’ όλο τον κόσμο, θα φανερώσει σε βάθος την παγκόσμια αντήχηση της ελληνικής εξέγερσης στην πράξη). Και πιο συγκεκριμένα η δημιουργία του ιστορικού Χρόνου ως διαρκές τέλος-πέρας, η κατάλυσή του, και η αναδημιουργία του ως διαρκής αρχή-άπειρο. Ας μείνω όμως προς το παρόν στα δύο πρώτα σκέλη της παραπάνω πρότασης, τα οποία αφορούν το «τώρα» και το συγκεκριμένο τόπο. Κυρίες και κύριοι, το πολιτισμικό μοντέλο που έχει επικρατήσει τα τελευταία 500 χρόνια, ο δυτικο-παγκόσμιος αστικός πολιτισμός επιστρέφει στη γενέτειρά του για να πεθάνει. Ο κύκλος κλείνει εκεί που άνοιξε, κι ένας νέος κύκλος ανοίγει στην αέναη σπείρα της πορείας του Σύμπαντος και του Ανθρώπινου είδους. Ας σιωπήσουμε για λίγο, και μες το μπάχαλο των πραγμάτων και του μυαλού μας ας αισθανθούμε έστω κι ένα μικρό κομμάτι της παράφορης ευτυχίας του να είμαστε ζωντανοί άνθρωποι, τώρα, εδώ.
Οι άμεσες εξηγήσεις της ελληνικής εξέγερσης είναι φυσικά ευνόητες. Η σαπίλα, η κοροϊδία, η λεηλασία κι ο εξευτελισμός των ζωών μας έχει ξεχειλίσει πια από τ’ αυτιά μας. Οι δυνάμεις καταστολής σαν αιχμή του δόρατος και πιο φανερή εκδήλωση της δολοφονικής βίας ενός ετοιμοθάνατου συστήματος έχουν εδώ και καιρό αποθρασυνθεί πέρα από κάθε πιθανό όριο ανοχής. Ειδικά γι’ αυτούς έχω μόνο ένα μικρό σχόλιο να κάνω, κι αυτό επειδή εκνευρίζομαι αφάνταστα ν’ ακούω ακόμη και μέσα στις γραμμές της εξέγερσης την «προχωρημένη», «πολιτικά ζυγισμένη», «έλλογη», «συναισθηματικά αποστασιοποιημένη», «μεγαλόκαρδη» κι «ανθρωπιστική» άποψη που λέει πως οι αστυνομικοί είναι άνθρωποι των λαϊκών στρωμάτων που έχουν πέσει κι αυτοί θύματα της εκπαίδευσής τους και του συστήματος γενικότερα. Λοιπόν μάγκες, οι αστυνομικοί μπορεί όντως να είναι ο τελευταίος τροχός της αμάξης στην όλη ιστορία (αν και νομίζω πως γενικά έχουμε την τάση να υποτιμάμε τη σημασία τους για το σύστημα, δε μας γεμίζουν το μάτι για «σημαντικοί» επειδή είναι τόσο εξόφθαλμα γελοίοι και μαλάκες, λες κι αυτό το σύστημα έτσι όπως είναι να άξιζε τάχαμου κάποιους άλλους, καλύτερους από δαύτους να έχει ως «σημαντικούς»), αλλά από ηθική και υπαρξιακή άποψη είναι οι χειρότεροι απ’ όλους. Οι εκπαιδευτές και οι προστάτες τους κάνουν απλά τη δουλειά τους, είναι βαθιά χωμένοι μέσα στο σύστημα κι απολαμβάνουν τα προνόμια του. Αυτοί όμως οι κακόμοιροι και κακοπληρωμένοι, αυτοί θα ‘πρεπε κανονικά να ναι μαζί μας αλλά έχουν πάει με τους άλλους, κι όχι μόνο αυτό, αλλά μας πουλάνε τσαμπουκά και νταηλίκι με τις πλάτες των άλλων. Αυτά τα λίγα γι’ αυτά τα μικρά ανθρωπόμορφα[1] σκουλήκια Γαμάτε τους. Τέλος.
Μιλώντας πιο ειδικά για τη νεολαία, τον πόλεμο εναντίον της τον έχει ξεκινήσει το ίδιο το σύστημα, αδιάψευστη απόδειξη πως πρόκειται για ένα σύστημα χωρίς κανένα μέλλον. Το ότι είναι οι νέοι αυτοί που σαλπίζουν πρώτοι την αντεπίθεση της κοινωνίας δε μου προκαλεί καμία έκπληξη. Οι νέοι βλέπουν πολύ καθαρά την άβυσσο εκεί που οι μεγαλύτεροι χαριεντίζονται φαντασιώνοντας σταθερά σημεία και στηρίγματα στο μικρό εαυτούλη που έχουν χτίσει μέσα στην καρδιά του κτήνους και στις ταπεινές χαρές του που νυχθημερόν αγωνίζονται να επιτύχουν και να προστατεύσουν. Ποτέ δεν πίστεψα τις εύκολες, αφ’ υψηλού κριτικές περί «κοινωνικής απομόνωσης κι αδιαφορίας» των νέων. Και γιατί παρακαλώ να ενδιαφέρονται για το μπουρδέλο μας; Ήξερα καλά κι από πρώτο χέρι πως η λεγόμενη «αδιαφορία» δεν είναι παρά η βαθιά, απόλυτη περιφρόνηση του κόσμου έτσι όπως είναι φτιαγμένος, κι ήξερα επίσης πως αυτή η περιφρόνηση είναι η μόνη στάση από την οποία μπορεί να προκύψει κάτι καλό στην παρούσα κατάσταση πραγμάτων. Σαν ένας συνειδητός φορέας της περιφρόνησης αυτής που ανήκει σε μια λίγο παλιότερη γενιά και που προσπαθεί εδώ και χρόνια να τη μετατρέψει σε παράγοντα δράσης μέσα στον κόσμο (όχι πάντα με τα καλύτερα αποτελέσματα), χαιρόμουν πάντα και σήμερα ακόμη περισσότερο να βλέπω πως η στάση αυτή στους πιο νέους παίρνει πιο μαζικά κοινωνικά χαρακτηριστικά. Αυτό σημαίνει πως αυτού του είδους ο διδακτικός για όλους μας μηδενισμός, ένας μηδενισμός των πραγμάτων κι όχι των αξιών όπως προσπαθούν να μας πείσουν οι άθλιοι υποστηριχτές των τωρινών πραγμάτων και των μηδενικών τους αξιών, έχει πια τη δυνατότητα να γίνει στ’ αλήθεια ενεργός, να συγκροτήσει μια αυθεντική κοινωνική στάση που παράγει κοινωνική πραγματικότητα αντί να μένει μια άναρθρη, εκκεντρική κραυγή όπως ήταν η περίπου αναπόφευκτη μοίρα για τους προηγούμενους, λιγοστούς κι απομονωμένους θιασώτες του.
Οι νέοι κάνουν τη δουλειά τους μια χαρά, μέσα στις κοινότητες και τις ομαδοποιήσεις τους χτίζουν μια νέα γλώσσα που οι μεγαλύτεροι δυσκολευόμαστε να καταλάβουμε - κι ευτυχώς. Προσωπικά, σαν κάποιος λίγο (κι ελπίζω όχι ανεπανόρθωτα) μεγαλύτερος που για μια και μόνο στιγμή παίρνει στα σοβαρά αυτή του την ιδιότητα, μια μόνο συμβουλή έχω να τους δώσω: Μην εμπιστεύεστε τους μεγαλύτερους. Πάρτε ό,τι θετικό νομίζετε από κάποιους από αυτούς (κι υπάρχουν σίγουρα πολλά), όμως μη βασίζεστε σ’ αυτούς και κυρίως, μην τους αφήνετε να σας μολύνουν με το δισταγμό τους. Από μόνη της η εμπειρία της προχωρημένης ενηλικίωσης σε μια κοινωνία που κάθε μέρα κλέβει από τους ανθρώπους ψυχή, μυαλό και σώμα για να υπάρξει, έχει αφήσει ακόμη και στους πιο συνειδητά επαναστατημένους από μας φανερά και κρυφά κατάλοιπα αλλοτρίωσης, μνήμες ματαίωσης και ήττας, τυφλά σημεία και συμπλέγματα υποταγής που ποτέ δεν ξέρεις πότε θα ενεργοποιηθούν - και συχνά δυστυχώς το κάνουν τις πιο κρίσιμες στιγμές.
Από κει και πέρα, ξέρουμε όλοι καλά πως τα νεολαιϊστικα ξεσπάσματα όσο ισχυρά κι εκρηκτικά κι αν είναι, δε μπορούν από μόνα τους να πετύχουν τη νίκη και τη ριζική κοινωνική αλλαγή που έχουμε ανάγκη για να μπορέσουμε να ζήσουμε. Μπορεί το μέλλον ν’ ανήκει ολοκληρωτικά στους νέους, δε μπορούν όμως από μόνοι τους να καθορίσουν το παρόν. Εμείς οι υπόλοιποι λοιπόν, αυτοί οι τύποι με τις κουτσά-στραβά διαμορφωμένες ζωές και προσωπικότητες (ο Θεός να τις κάνει, τέλος πάντων), καλό είναι ν’ αντικρίσουμε κατάφατσα την πραγματικότητα και να μη φοβηθούμε να κατανοήσουμε με όλες του τις συνέπειες αυτό που ήδη όλοι βαθιά μέσα μας κατανοούμε. Η τωρινή απότομη όξυνση της κοινωνικής σύγκρουσης είναι η είσοδός μας σε μια νέα, δύσκολη κι ελπιδοφόρα εποχή, το πρώτο τράνταγμα σε μια ακολουθία δονήσεων διαρκώς κλιμακούμενης έντασης και έκτασης - τόσο στην Ελλάδα όσο και (κυρίως) διεθνώς. Η πραγματικότητα, αυτό που έχουμε μάθει να ζούμε και να καταλαβαίνουμε ως πραγματικότητα, τρίζει. Εκεί που έμοιαζε θεόρατο, αδιαπέραστο παγόβουνο, μεταμορφώνεται σε εύθραυστο, λεπτό στρώμα πάγου - τι να κρύβει από κάτω; Αυτό που συμβαίνει τις τελευταίες μέρες στην Ελλάδα δεν αφορά την Ελλάδα και το τώρα, είναι Παγκόσμιο κι αφορά την κατάσταση που θα ζήσουμε ως Ανθρώπινο είδος τα επόμενα χρόνια - κι αυτό που θα ζήσουμε τα επόμενα χρόνια αφορά και εμπλέκει σύσσωμο το παρελθόν και το μέλλον του είδους, την ίδια την επιβίωσή του. Οι σκέψεις που κάνουμε λοιπόν πάνω στα γεγονότα, ας είναι προσανατολισμένες στην προοπτική της «μακράς διάρκειας». Καλό μας ταξίδι και προσοχή στα κενά αέρος.
Έχοντας αυτά κατά νου, θα πάω κατευθείαν στο θέμα-ταμπού μιας γερασμένης, κο(υ)ρασμένης, πολλαπλά ευνουχισμένης κοινωνίας που μόλις τώρα, δειλά-δειλά, ψηλαφίζει το σημείο του τραύματος για ν’ ανακαλύψει πως τα γεννητικά της όργανα ίσως και να είναι ακόμη στη θέση τους, κι αν όχι, πως μπορούν να ξαναφυτρώσουν. Το θέμα της καταστροφής. Αναφέρομαι ασφαλώς στην πραγματική καταστροφή των υφιστάμενων κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών δομών που αποτελεί και το ουσιαστικό διακύβευμα, κι όχι στην καταστροφή βιτρινών, τραπεζών και καταστημάτων. Αυτή είναι μια επιφανειακή, συμβολική, θεαματική καταστροφή, χρήσιμη στο κράτος και τα ΜΜΕ για να υποδαυλίσουν τα φοβικά αντανακλαστικά των νοικοκυραίων όσο και στους εξεγερμένους για να συμπυκνώσουν εκφραστικά τις προθέσεις τους. Μέχρι εκεί όμως. Δεν έχει τόσο σημασία η ίδια όσο αυτό που υπαινίσσεται, και γι’ αυτό ακριβώς σκοπεύω να μιλήσω.
Ή μάλλον όχι, θα κάνω κι έπ’ αυτού δυο σχόλια. Το πρώτο για να επισημάνω το αίσχος και το απύθμενο θράσος να μιλάνε οι «από πάνω» για τους «από κάτω» και να λένε πως είναι βίαιοι. Να μιλάνε ποιοι, αυτοί που είναι οι γεννήτορες κι οι αιώνιοι υπερασπιστές όλης της καταπίεσης και της βίας που βιώνουμε από την πρώτη στιγμή που τολμάμε ν’ αναπνεύσουμε μέσα στον κωλόκοσμό τους. Το δεύτερο για ν’ αναφερθώ σ’ αυτή την ιλαροτραγική (κι εξωφρενικά μεγενθυμένη μες απ’ τους παραμορφωτικούς φακούς των Μέσων) φιγούρα του μικρομαγαζάτορα του κέντρου της Αθήνας (κι όλων των κέντρων των επαρχιακών πόλεων που εξελίχθηκε η εξέγερση) που κλαψουρίζει για την περιουσία που έχασε ή, πολύ συνηθέστερα, που φοβάται ότι θα χάσει. Θα πω αρχικά πως, καλώς ή κακώς, οι δρόμοι της κατανάλωσης και της εξέγερσης είναι οι ίδιοι δρόμοι, οι μεγάλοι κεντρικοί δρόμοι μαζικής κυκλοφορίας. Άμα γουστάρεις η πραμάτεια σου να έχει το πρώτο τραπέζι στην πίστα που χιλιάδες άνθρωποι κυκλοφορούν και ψωνίζουν για να κονομάς, θ’ αναλάβεις μοιραία και το ρίσκο η βιτρίνα σου να είναι ο πρώτος στόχος όταν κάποιοι απ’ αυτούς τους χιλιάδες ανθρώπους που τους μοστράρεις τσαμπουκά στη μάπα κάθε μέρα πράγματα που δε μπορούν ν’ αποκτήσουν, αποφασίσουν να εκφράσουν την οργή τους και να σκεφτούν πως ίσως τελικά και να υπάρχει τρόπος να τ’ αποκτήσουν. Απλά πράγματα.
Το άλλο σχόλιο που έχει και το πραγματικό ζουμί είναι πως τη «στιγμή» που ο μικρομαγαζάτορας, αυτός ο παραδοσιακός κι ακάματος στυλοβάτης του συστήματος, θα καταλάβει ότι ο εχθρός του είναι το κράτος και οι τράπεζες κι ότι η θέση του είναι μαζί μ’ αυτόν που «τα σπάει», τότε θα σημάνει και η ώρα της τελικής επίθεσης και της νίκης των δυνάμεων της κοινωνικής απελευθέρωσης. «Μπα, κι από πότε ο φύσει συντηρητικός κι αμφιταλαντευόμενος μικροαστός απέκτησε αξία βαρόμετρου για την έκβαση της κοινωνικής σύγκρουσης;», ακούω την ερώτηση με την εύλογη καχυποψία. Η αλήθεια είναι πως για τους μικροαστούς και το ρόλο τους έχω μια άποψη λίγο αιρετική σε σχέση με την αντίληψη που κυκλοφορεί στους κόλπους της επαναστατικής πολιτικής. Η αντίληψη αυτή θεωρεί λίγο-πολύ πως οι συγκροτημένες και πραγματικά ενεργές τάξεις του κοινωνικού στίβου είναι η αστική και η εργατική τάξη. Αυτές είναι οι τάξεις που μπορούν να αρθρώσουν και να υπερασπιστούν στην πράξη ένα συνολικό σχέδιο οργάνωσης της κοινωνίας. Οι μικροαστοί δεν αποτελούν ανεξάρτητο παράγοντα της κοινωνικής πάλης, είναι ένα παθητικό κοινωνικό στρώμα που σε κάθε κρίσιμη καμπή επιλέγει να ταχθεί είτε με το ένα είτε με το άλλο από τα κύρια κοινωνικά στρατόπεδα.
Δε θα διαφωνήσω καθόλου μ’ αυτή την περιγραφή, θα ρίσκαρα όμως μια πιο «πονηρή» ανάγνωσή της. Η ανάγνωση αυτή λέει πως, ακριβώς λόγω της εξαρτημένης κοινωνικής του φύσης, με την επιλογή που κάθε φορά κάνει για το που θα ρίξει το βάρος του ο μικροαστός γίνεται στην πραγματικότητα ο άνθρωπος-κλειδί, ο αστάθμητος κι απολύτως καθοριστικός παράγοντας της έκβασης της σύγκρουσης. Με μια πρόχειρη, νοερή επισκόπηση νομίζω πως δεν θα έπεφτα πολύ έξω αν υποστήριζα πως κάθε πραγματικά σημαντική κοινωνική σύγκρουση στη μέχρι τώρα ιστορία του κεφαλαιοκρατικού συστήματος κρίθηκε εν τέλει από το ποιον επέλεξαν να στηρίξουν τα μικροαστικά κοινωνικά στρώματα. Ο ιδιάζων και κρίσιμος αυτός κοινωνικός ρόλος του μικροαστού απορρέει ακριβώς από την εγγενή αμφιταλάντευση και παθητικότητά του. Η αμφιταλάντευση προικίζει το μικροαστό με μια ιδιαίτερη μορφή ελευθερίας, σημαίνει πως ενώ οι άλλοι δύο ανεξάρτητοι παράγοντες της σύγκρουσης διαμορφώνουν το πλαίσιο και τους όρους της ο μικροαστός είναι αυτός που επιλέγει, ο μόνος παράγοντας στην πραγματικότητα που είναι ελεύθερος και σε θέση να επιλέξει. Η παθητικότητα από την άλλη, αυτή η ιστορικά ανενεργή του κατάσταση είναι που μετατρέπει το μικροαστό στον πλέον αξιόπιστο καθρέφτη, σ’ ένα ψυχρό κι αδιάψευστο δείκτη του πραγματικού επιπέδου εξέλιξης στο οποίο βρίσκεται κάθε φορά η κοινωνία και οι προοπτικές της, πέρα από τα φαντασιακά σχήματα και οράματα που μετέρχονται οι ενεργές κοινωνικές τάξεις εξαιτίας της δικής τους ιδιαίτερης κοινωνικής κι ιστορικής φύσης (το ιστορικά και κοινωνικά ενεργό στοιχείο είναι πάντα αδιαχώριστο από το φαντασιακό). Τη «στιγμή» λοιπόν που ο μικροαστός θ’ αποφασίσει να ταχθεί με τη μεριά της επανάστασης, θα ‘ναι η πραγματική ώρα της κοινωνίας ν’ αλλάξει ριζικά επίπεδο εξέλιξης κι οργάνωσης.
Ο ρόλος του μικροαστού ενισχύεται ιδιαίτερα στη σημερινή εποχή για δύο επιπρόσθετους λόγους. Ο πρώτος αφορά το αδυσώπητο χτύπημα της λεγόμενης «μεσαίας τάξης» από την κρίση του παγκόσμιου συστήματος, και κυρίως από τη δομική πλέον αδυναμία του αστικού κράτους να της παράσχει την οποιαδήποτε πραγματική προστασία και προοπτική. Στον 20ο αιώνα που ο καπιταλισμός βρισκόταν ακόμη σε ηλικία σχετικής ακμής, είχε τη δυνατότητα να παράγει, να συντηρεί και ν’ αναπτύσσει τη μεσαία τάξη, κι έτσι, έχοντας έτοιμο το σκελετό, να μπορεί να εμφανίζεται ως οργανωτής κι εκφραστής ολόκληρης της κοινωνίας. Στον 21ο αιώνα της προϊούσας αποσύνθεσης κι αποδιοργάνωσης του παγκόσμιου συστήματος, όχι μόνο η κρίση αλλά ακόμη και μια ενδεχόμενη εκ νέου οικονομική «ανάπτυξη» του συστήματος δε μπορεί παρά να στηρίζεται στο χτύπημα της «μεσαίας τάξης» και ν’ αφορά αποκλειστικά τα πανίσχυρα οικονομικά συμφέροντα των μεγάλων εταιριών και των τραπεζών. Πολύ απλά, ο καπιταλισμός είναι πια όλο και λιγότερο σε θέση να παράγει κοινωνία.
Ο δεύτερος λόγος έχει να κάνει με την τάση επέκτασης της μικροαστικής συνείδησης σ’ ολόκληρο το κοινωνικό φάσμα, πέρα από τον κλασικό μικροαστό έτσι όπως θα τον ορίζαμε αυστηρά με όρους πολιτικής οικονομίας. Για την ακρίβεια στη σημερινή εποχή έχουμε το παράδοξο φαινόμενο ότι ενόσω ο κλασικός μικροαστός τείνει όλο και περισσότερο να εκλείπει, η μορφή συνείδησης που τον χαρακτηρίζει ιστορικά τείνει να αποσπάται από τις ιδιαίτερες συνθήκες κοινωνικής ύπαρξης που την παράγουν αρχικά, και διαμέσου των μαζικών ιδεολογικών μηχανισμών του συστήματος να διαχέεται στο κοινωνικό σώμα. Οι ιστορικές ταξικές κουλτούρες και μορφές συνείδησης, τόσο η παραδοσιακή αστική όσο και η παραδοσιακή εργατική κουλτούρα, βρίσκονται σε διαδικασία παρακμής. Με όρους ατομικής συνείδησης, θα λέγαμε ότι στη σημερινή εποχή το ψυχολογικό υπόβαθρο όλων μας είναι ο ιδιαίτερος ψυχισμός του μικροαστού. Το στοιχείο αυτό είναι απολύτως ενδεικτικό του ιδιάζοντος χαρακτήρα της εποχής που ζούμε. Η μικροαστική συνείδηση είναι μια κατεξοχήν μηδενική και μηδενίζουσα συνείδηση, και η εποχή μας είναι ακριβώς η εποχή του μηδενός της Ανθρώπινης Ιστορίας.
Ξαναπιάνοντας το θέμα της καταστροφής από αυτό ακριβώς το σημείο, αυτό που χρειάζεται να τονιστεί και να γίνει κοινή συνείδηση όσο το δυνατό γρηγορότερα είναι πως η καταστροφή είναι καταρχήν επιλογή όχι δική μας, αλλά του καπιταλισμού. Μάλλον καλύτερα, δεν είναι στ’ αλήθεια επιλογή ούτε του καπιταλισμού. Η καταστροφή του Ανθρώπινου Κόσμου είναι η μοιραία κι αναγκαστική πραγματικότητα ενός υπέργηρου, κορεσμένου συστήματος που τρέφεται από τις ίδιες του τις σάρκες, από την καταστροφή της κοινωνίας που το ίδιο δημιούργησε, προκειμένου να κερδίσει μικρές παρατάσεις ζωής. Αυτό που ζούμε από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 κι ύστερα είναι οι διαδοχικοί αναβαθμοί της αποσταθεροποίησης του κοινωνικού και πολιτισμικού μοντέλου των τελευταίων 500 χρόνων (κι ας μείνω εδώ χωρίς να προχωρήσω πιο πίσω). Πετρελαϊκή κρίση το ’70, κρίση του χρέους το ’80, κατάρρευση του κρατικού καπιταλισμού το ’90, πόλεμος «κατά της τρομοκρατίας» το ’00, και τώρα, βαδίζοντας προς τη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα, η παγκόσμια οικολογική και οικονομική κρίση πλησιάζει όλο και κοντύτερα στο σημείο βρασμού. Αν δε θέλουμε να βρεθούμε στην ίδια θέση παρανοϊκής άρνησης με τον πωλητή εξωτικών πουλιών στην περίφημη σκηνή των Monty Pythons με το νεκρό παπαγάλο, οφείλουμε να κοιτάξουμε τον ταύρο στα μάτια. Κυρίες και κύριοι, ο πολυαγαπημένος μας καπιταλισμός μας αφήνει χρόνους. Αυτό που μένει να φανεί είναι το εάν μαζί με τον καπιταλισμό θα καταστραφούμε κι εμείς, το Ανθρώπινο είδος κι ο πολιτισμός του. Για να μη συμβεί αυτό, θα πρέπει να καταστρέψουμε τον καπιταλισμό πριν μας καταστρέψει αυτός.
Σχολιάζοντας την εξέγερση της Αθήνας ο Mike Davis, ίσως ο πιο έγκυρος κι οξυδερκής αναλυτής των αστεακών εξεγέρσεων του καιρού μας, τονίζει πως σηματοδοτεί την έναρξη ενός νέου κύκλου κοινωνικής αμφισβήτησης που διαφοροποιείται τόσο από το επαναστατικό κύμα του ’68 όσο και από το πιο πρόσφατο κίνημα αντίστασης της αντι-παγκοσμιοποίησης. Σε σχέση μ’ αυτό το τελευταίο παρατηρεί πως διακατεχόταν από ένα πνεύμα ελπίδας κι αισιοδοξίας για τον «άλλο κόσμο που είναι εφικτός», ενώ αντίθετα ο νέος κύκλος αμφισβήτησης που άνοιξε στην Αθήνα είναι ένα κίνημα ποτισμένο στη χολή της οργής, της απογοήτευσης, του αδιεξόδου και της καταστροφής. Προσωπικά ο ίδιος σχολίαζα το 2004 τις διαδικασίες του αντι-παγκοσμιοποιητικού κινήματος λέγοντας πως δεν αποτελούν παρά την κορυφή του παγόβουνου σε σχέση με τις ριζοσπαστικές μοριακές διεργασίες που λαμβάνουν χώρα στις ανθρώπινες κοινωνίες διεθνώς. Σαν σύνθημα που συνοψίζει το πνεύμα της επερχόμενης Παγκόσμιας Επανάστασης του Ανθρώπινου είδους χρησιμοποίησα τη φράση «Η απελπισία είναι η τελευταία και η πραγματική μας ελπίδα». Στο πλαίσιο της θεωρίας της Θεϊκότητας του Ανθρώπινου είδους, υποστήριξα επίσης πως η αποκάλυψη του πραγματικού Θεού στον 21ο αιώνα (του Ανθρώπινου είδους εννοώντας) θ’ ακολουθήσει την ίδια πορεία που διέγραψε η αποκάλυψη του αφηρημένου Θεού του πιο ανεπτυγμένου κι ισχυρού μονοθεϊσμού, της χριστιανικής δηλαδή θρησκείας. Ο Θεός πρώτα θ’ αποκαλυφθεί ως οργή κι εκδίκηση (Παλαιά Διαθήκη), και στη συνέχεια ως αγάπη (Καινή Διαθήκη). Αυτός ο Θεός της εκδίκησης, λοιπόν, άρχισε ήδη ν’ αποκαλύπτεται, κι ο πρώτος σταθμός της αποκάλυψής του είναι η Ελλάδα. Ο πραγματικός Θεός γεννιέται στον ίδιο πολιτισμικό τόπο που ο αφηρημένος Θεός του χριστιανισμού αφομοίωσε και κατέστρεψε προκειμένου να κυριαρχήσει, αυτή είναι η διαλεκτική της Ανθρώπινης Ιστορίας, η διαλεκτική δηλαδή της πραγμάτωσης της αληθινής-Θεϊκής φύσης του Ανθρώπινου είδους.
Είναι αλήθεια πως μολονότι στη καπιταλιστική ζωή μας βιώνουμε αναρίθμητες μικρές και μεγάλες καταστροφές μέσα μας και έξω μας, είμαστε όλοι μεγαλωμένοι σ’ ένα πολιτισμικό κλίμα όπου η έννοια της καταστροφής είναι περίπου ανάθεμα. Ακόμη πιο αλήθεια όμως είναι πως η Φύση είναι μια άπειρη καταστροφικότητα (όπως και δημιουργικότητα), και πως ο κάθε Άνθρωπος σαν καθολική έκφραση της Φύσης που είναι, κρύβει μέσα του κι ένα μεγάλο καταστροφέα. Αυτό το βέβηλο καταστροφέα οφείλουμε να αφυπνίσουμε και ν’ αφήσουμε ελεύθερο αν θέλουμε να έχουμε κάποια τύχη. Τίποτα το πραγματικά καλό δε μπορεί να υπάρξει, τίποτα που ν’ αξίζει το χαρακτηρισμό «ανθρώπινο» εάν δεν καταστραφεί αυτό που έχει ήδη δημιουργηθεί και μας πλακώνει. Σ’ ένα πεδίο ασφυκτικά αποικισμένο από το κεφάλαιο και τις διαδικασίες του, η καταστροφή είναι η δυνατή κλωτσιά που διανοίγει το χώρο για να συμβεί το οτιδήποτε πραγματικά δημιουργικό. Αυτό άλλωστε φάνηκε πολύ έντονα στην ελληνική εξέγερση. Η δυναμική των πρωτότυπων κι εκτεταμένων εκδηλώσεων δημιουργικής λαϊκής πρωτοβουλίας και αυτοοργάνωσης που τη χαρακτηρίζουν, προέκυψε ακριβώς μες από τη δυναμική και το χώρο που διάνοιξε η πρωτοφανής σε ένταση και έκταση εκδήλωση της κοινωνικής αντι-βίας τις τρεις πρώτες μέρες.
Ο χρόνος που ζούμε είναι δανεικός και τεχνητός. Δανεικός γιατί είναι κλεμμένος από το μέλλον, τεχνητός γιατί είναι χρόνος που ζούμε μέσα στην αναπαράσταση. Ολόκληρος ο Ανθρώπινος Κόσμος κλεισμένος μέσα σε χρεόγραφα προς μελλοντική αποπληρωμή, να ποια είναι η ουσία της πιστωτικής κρίσης που τώρα σκάει σα φούσκα στα μούτρα μας. Το πραγματικό μέλλον είναι άπειρο, γι’ αυτό ακριβώς και δε μπορεί να δανείζει έπ’ άπειρον τον εαυτό του σε κάτι ιστορικά κατασκευασμένο και πεπερασμένο όπως ο καπιταλισμός. Η υποκλοπή του μέλλοντος από το κεφάλαιο μας κάνει να μην έχουμε πια καμία ανάγκη προσφυγής σε κάποιο ουτοπικό μέλλον προκειμένου να καταστρέψουμε το παρόν, όσο κι αν το ουτοπικό αυτό μέλλον ορίζει τα όνειρα και τις επιθυμίες μας. Το μέτρο της ανάγκης μας για ένα από τώρα οριοθετημένο μέλλον πέραν του καπιταλισμού, δηλώνει ακριβώς το μέτρο του φόβου μας απέναντι στις καταστροφικές του δυνάμεις. Όταν βρίσκομαι στη φυλακή και μάλιστα με την απειλή του θανάτου, δε μ’ ενδιαφέρει και τόσο να μάθω τι βρίσκεται έξω από τη φυλακή. Βασικά μ’ ενδιαφέρει να βγω. Και μάλιστα όσο πιο γρήγορα γίνεται γιατί ο δανεικός μου χρόνος τελειώνει.
Λοιπόν αυτός ο δανεικός χρόνος που ζούμε είναι μια αρκετά μυστήρια ιστορία. Μοιάζει πολύ με την κατάσταση που ο Derrida στην πιο ενδιαφέρουσα, στη μηδενιστική του φάση περιγράφει ως «ασύμπτωτο του παρόντος με τον εαυτό του», μια κατάσταση που είναι «πολύ νωρίς» και συνάμα είναι «ήδη αργά». Βέβαια ο Derrida σαν ένας κατά βάθος γνήσιος μεταφυσικός και δηλωμένος εχθρός της διαλεκτικής, εκλαμβάνει την κατάσταση αυτή ως οντολογικό δεδομένο, ως την αιώνια κι απαράλλακτη κατάσταση του είναι. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια κατάσταση του ιστορικού Χρόνου και μάλιστα όχι όποια κι όποια, αλλά τη Μοναδική κατάσταση όπου ολόκληρο το οντολογικό εποικοδόμημα του ιστορικού Χρόνου, του Χρόνου δηλαδή της διαλεκτικής ανάπτυξης της Αλλοτρίωσης του Ανθρώπινου είδους από την αληθινή-Θεϊκή του Φύση, μηδενίζεται προκειμένου να αναδυθεί μια ολότελα νέα Ανθρώπινη κατάσταση του είναι, μια νέα χρονικότητα πέραν της Ιστορίας.
Εν ολίγοις τη σήμερον ημέρα κανείς δεν είναι στ’ αλήθεια ζωντανός. Η πάλη που ζούμε και θα ζούμε όλο και πιο έντονα τα επόμενα χρόνια είναι μια πάλη ανάμεσα στο ακόμη αγέννητο και το ήδη νεκρό. Η κατάσταση της ύπαρξής μας είναι μια φα(ντα)σματική κατάσταση στην οποία συμπλέκονται αδιάκριτα το αποχαιρετιστήριο λαμπύρισμα αυτού που φεύγει και η δειλή ακόμη ανταύγεια αυτού που έρχεται - γι’ αυτό κι η εικόνα και το θέαμα μας γοητεύουν τόσο ακατανίκητα. Ο άνθρωπος στην οθόνη μας φαίνεται πιο αληθινός από τον άνθρωπο με σάρκα και οστά, κι έχουμε δίκιο γιατί εμείς είμαστε οι άνθρωποι στην οθόνη, φαντάσματα που ζουν στη δισδιάστατη επιφάνεια ενός ασύμπτωτου παρόντος που περικλείει όλο το παρελθόν κι όλο το μέλλον μας.
Η πάλη μας για να παραμερίσουμε το ήδη νεκρό και να κάνουμε το ακόμη αγέννητο να γεννηθεί διεξάγεται ταυτόχρονα κι αδιαχώριστα στο εξωτερικό και στο εσωτερικό πεδίο, έχουμε δηλαδή να καταπιαστούμε με την καταστροφή τόσο σε επίπεδο εξωτερικών κοινωνικών-θεσμικών δομών όσο και συνειδησιακών, αντιληπτικών και ψυχοσυναισθηματικών σχημάτων και συμπλεγμάτων. Εστιάζοντας στο ψυχολογικό επίπεδο που συνήθως είναι και το πιο παραμελημένο θα έλεγα πως, ως αναγκαία έκφραση της συνολικής κατάστασης που βιώνουμε σαν είδος και στην οποία είμαστε όλοι μέτοχοι, υπάρχει στον καθένα μας ένα κομμάτι, ένα διαμορφωμένο πλέγμα νοητικών και συναισθηματικών στάσεων που είναι ήδη νεκρό. Το κομμάτι αυτό όσο κι αν στους περισσότερους από μας φαίνεται σχεδόν ταυτισμένο με το βίωμα του εαυτού μας, είναι στην πραγματικότητα ένα βάρος που παράγει μια συγκεκριμένη μορφή αδράνειας που απειλεί να μας παρασύρει ολόκληρους στη χώρα του «ήδη αργά». Αυτή η αδράνεια εκφράζεται κυρίως ως διάχυτος παραλυτικός φόβος για τους κινδύνους που στην παρούσα φάση μπορεί να ελλοχεύει η κάθε μας κίνηση και ιδιαίτερα αν αυτή έχει έναν ριζοσπαστικό κι απελευθερωτικό προσανατολισμό (βλέπε τη ραγδαία διάδοση των λεγόμενων «κρίσεων πανικού»), ως ναρκισσιστική υπερεπένδυση του εαυτού που ανακουφίζει προσωρινά αλλά στην ουσία μας χώνει ακόμη πιο βαθιά στο πηγάδι του τρόμου (όσο πιο πολύ εαυτό έχεις να υπερασπίσεις τόσο πιο πολύ φοβάσαι), και ως βόλεμα, ως φαντασιακή υπεραξίωση των «κεκτημένων» εντός αυτού του κόσμου που έρχεται να αντισταθμίσει ψυχικά την οπωσδήποτε δυσάρεστη και ταπεινωτική αίσθηση της κυριαρχίας του φόβου. Πρόκειται γενικά για μια πολύ επικίνδυνη μορφή αδράνειας που θα γίνεται όλο και πιο επικίνδυνη κι επιθετική στις εκφράσεις της όσο περισσότερο θα κινδυνεύει η ίδια. Μα πως μπορεί να κινδυνεύει κάτι που είναι ήδη νεκρό; Κι όμως μπορεί, κινδυνεύει να χάσει τη δανεική ζωή που κλέβει από το ακόμη αγέννητο σκοτώνοντάς το χωρίς το ίδιο να έχει καμιά πραγματική ελπίδα να ζήσει.
Η εμπειρία της ελληνικής εξέγερσης είναι εξαιρετικά χρήσιμη διότι συμπυκνώνει σε μια «εργαστηριακή» χρονική και τοπική μικροκλίμακα τα χαρακτηριστικά της κατάστασης που θα βιώσει το Ανθρώπινο είδος παγκοσμίως τα επόμενα χρόνια. Αναφορικά με την αδράνεια του βολέματος συγκεκριμένα, είναι εξαιρετικά διδακτική σε σχέση με το μέγεθος και τους ρυθμούς της κινητοποίησης που απαιτεί. Η ριζική ανατροπή των κοινωνικών δεδομένων είναι μια πολύ κουραστική, εξουθενωτική ιστορία. Καλό είναι να το έχουμε αυτό κατά νου από δω και πέρα και ν’ αρχίσουμε σιγά-σιγά να το παίρνουμε απόφαση και να σηκώνουμε τα μανίκια χωρίς βαρυθυμίες.
Σ’ ένα γενικό ψυχολογικό επίπεδο, η εμπειρία της εξέγερσης οξύνει κατά πολύ και φέρνει έτσι στην επιφάνεια της συνείδησης τη σχιζοειδή κατάσταση ύπαρξης που βιώνουμε αναπόφευκτα όλοι μέσα στο δανεικό χρόνο που ζούμε. Όσοι συμμετείχαν ενεργά στα γεγονότα κι αναγκάζονταν να διακόπτουν το σερί πορειών-συνελεύσεων-καταλήψεων για να πάνε στη γνωστή καθημερινή δουλειά τους, καταλαβαίνουν πολύ καλά τι εννοώ - αν και πρόκειται για μια κατάσταση που μας εμπλέκει εξαρχής όλους και η οποία με το πέρασμα του χρόνου θα εμπλέκει όλο και πιο ενεργά όλο και περισσότερους. Είναι η σχιζοφρένεια της διαρκούς εναλλαγής αλλά και της ταυτόχρονης πολλές φορές συνύπαρξης των απότομων εκκενώσεων απελευθερωτικής κοινωνικής αταξίας και των βίαιων επαναφορών σε μια κοινωνική «ομαλότητα» ολοένα πιο στυγνή κι απάνθρωπη. Ένα συνεχές πέρα-δώθε, γκάζι-φρένο, γκάζι-φρένο, μια κατάσταση που δίχως τα κατάλληλα ψυχικά εφόδια μπορεί να σε στείλει χαλαρά στο τρελάδικο καθώς τίποτα δε μπορεί πραγματικά να στεριώσει και ν’ αποκτήσει υπόσταση στο έδαφος του ήδη νεκρού, ενώ το ακόμη αγέννητο ασφυκτιά εντός της και … είναι ακόμη αγέννητο.
Θεωρώ λοιπόν πως είναι επιτακτική ανάγκη να καλλιεργήσουμε συνειδητά κάποιες ιδιαίτερες ψυχικές στάσεις προκειμένου ν’ ανταπεξέλθουμε στις υπαρξιακές παραδοξότητες της Μοναδικής ιστορικής κατάστασης που βιώνουμε. Οι στάσεις αυτές κατά τη γνώμη μου είναι βασικά δύο. Η πρώτη είναι αυτή που ονομάζω «στάση της ενεργητικής αναμονής». Στο πλαίσιο της ενεργητικής αναμονής ο άνθρωπος δραστηριοποιείται προκειμένου ν’ αλλάξει τις συνθήκες της ζωής του και τον εαυτό του, κι έτσι η στάση αυτή διαφοροποιείται ριζικά από την κλασική παθητική έννοια της αναμονής όπου κάποιος περιμένει απλά τα πράγματα να συμβούν και παρακολουθεί αμέτοχος. Ταυτόχρονα όμως είναι απολύτως συνειδητός στο ότι δεν περιμένει να δει άμεσα τα αποτελέσματα της δράσης του, κι έτσι η στάση αυτή διαφοροποιείται επίσης από το χυδαία ανταποδοτικό, κοντόφθαλμο και πρακτικίστικο πνεύμα του καπιταλισμού που απαιτεί την άμεση και χειροπιαστή εξαργύρωση της ανθρώπινης δραστηριοποίησης. Για να συγκροτηθεί και να λειτουργήσει η συγκεκριμένη ψυχική στάση πρέπει να έχουμε απολύτως ξεκάθαρο τι εννοούμε λέγοντας «πρακτικό αποτέλεσμα». Για τη ριζοσπαστική ανθρώπινη δράση της εποχής μας δεν υπάρχει κάτι που να μπορεί ν’ αποκληθεί «πρακτικό αποτέλεσμα» πέρα από την καθολική αλλαγή του Ανθρώπινου Κόσμου. Αυτό είναι το μοναδικό μέτρο της πρακτικής αποτελεσματικότητας του καιρού μας.
Η άλλη ψυχική στάση που προτείνω άμεσα την καλλιέργειά της είναι η «στάση της μηδενιστικής αισιοδοξίας». Πρόκειται για μια αρνητική μορφή αισιοδοξίας, μια αισιοδοξία που θεμελιώνεται εξ ολοκλήρου σ’ αυτή την άλλη πραγματικότητα, σ’ αυτό τον άλλο Ανθρώπινο Κόσμο πέραν του καπιταλισμού, και σε τούτον εδώ τον κόσμο που ζούμε αφήνει μόνο αυτό που του αξίζει κι αυτό που στ’ αλήθεια παίρνει, δηλαδή το μηδέν και τη μαυρίλα του. Εμείς όμως απ’ τη μεριά μας δε φοβόμαστε το μηδέν, αντίθετα κάνουμε επίκληση στην αρχέγονη, ακατάλυτη και λυτρωτική δύναμή του. Μέσα στη μηδενιστική μας αισιοδοξία συναιρούμε (χωρίς να αναιρούμε) όλο το μίσος και την οργή μας, και προσβλέπουμε με άδολη χαρά κι εμπιστοσύνη στην καθαρτική έλευση του μηδενός διαμέσου της οποίας και μόνον θα έρθει στο φως του Κόσμου το μεγαλείο της Ανθρώπινης ελευθερίας.
Κλείνοντας το σημείωμα αυτό θα ήθελα ν’ απευθύνω λίγα λόγια σε κάποιες συγκεκριμένες κατηγορίες ανθρώπων, έπ’ ευκαιρίας των εορταστικών αυτών ημερών.
Καταρχήν προς τους καλλιτέχνες: Κατανοώ πολύ καλά τη δύσκολη θέση στην οποία έχετε περιέλθει. Αυτές τις μέρες τα γεγονότα σας ξεπερνούν κι ο ρόλος σας μοιάζει λίγο περιττός καθώς η ποίηση αναβλύζει μες από τους δρόμους, μες από την άγρια ομορφιά της ίδιας της εξέγερσης. Στην εποχή που ζούμε, άλλωστε, μόνο η καταστροφή του υπάρχοντος μπορεί να παράγει μια αισθητική απόλαυση με πραγματικό έρεισμα. Από την άλλη όμως, στην εποχή αυτή μόνον η τέχνη κι ο επαναστατικός στοχασμός ίσως και να έχει ακόμη κάποιο νόημα να επιτελούνται δημιουργικά κι όχι καταστροφικά διότι το έργο που παράγουν είναι εξαρχής ένα αρνητικό έργο, ένα έργο καταστατικά συνδεδεμένο μ’ έναν άλλο, τελείως διαφορετικό κόσμο απ’ αυτόν που τώρα ζούμε. Αφήστε λοιπόν τις περισπούδαστες αναλύσεις περί του νοήματος της τέχνης, σπάστε το γόρδιο δεσμό κι αποδεσμευτείτε από τα ατελείωτα υπαρξιακά σας μπουρδουκλώματα. Πνίγεστε σε μια κουταλιά νερό και νομίζετε πως είναι ωκεανός. Εάν δεν ξέρετε ποιο είναι το νόημα της τέχνης σήμερα, επινοήστε το. Η αποστολή σας είναι απλή, απλούστατη. Συμμετέχετε ως καλλιτέχνες με όποιους τρόπους μπορείτε στις κινητοποιήσεις, πλαισιώστε τις με όσο το δυνατόν περισσότερα καλλιτεχνικά δρώμενα και παρεμβάσεις, δείξτε με ποιανού το μέρος είναι η ομορφιά του Κόσμου. Αν όλ’ αυτά σας ακούγονται υπερβολικά ρομαντικά, παρακαλείστε ευγενικά ν’ αλλάξετε δραστηριότητα.
Προς τους διάφορους πολιτικάντηδες, πανελίστες, σχολιαστές τηλεαστέρες κλπ : Όσο κι αν προσπαθείτε να κρυφτείτε, ξέρετε πολύ καλά μέσα σας πως είστε ήδη τελειωμένοι. Φαίνεται στο ύφος σας και βαθιά μέσα στο μάτι σας.
Προς τους αγαπητούς καπιταλιστές : Με τα λόγια ενός κορυφαίου δικού σας διανοητή της εποχής της νεότητάς σας (με συγχωρείτε αν σας προκαλώ νοσταλγία, ξέρω πως είστε πολύ ευαίσθητοι όμως προσπαθήστε να φανείτε δυνατοί, πάνε πέρασαν αυτά και δεν ξαναγυρίζουν), το «πράγμα καθεαυτό» είναι εδώ κι ήρθε επιτέλους η ώρα να μιλήσει. Κάτι θέλει να σας ψιθυρίσει γλυκά στ’ αυτί, μην κάνετε τους ακατάδεκτους, σκύψτε ν’ ακούσετε. Δυο τρυφερά λόγια αγάπης για το ταξίδι που μοιραστήκατε κι ονομάζεται «Ιστορία», πριν πετάξει το κεφάλι σας βαθιά στη μαύρη άβυσσο και συνεχίσει για να μιλήσει μια γλώσσα που εσείς δεν θα υπήρχε ποτέ καμία πιθανότητα να καταλάβετε.


[1] Πάντως ακόμη κι αυτό το «ανθρωπόμορφα» έχει γίνει πια πολύ αμφίβολο. Κάθονται το κράτος και τα μμε και κατασκευάζουν την τρομακτική φιγούρα του «επικίνδυνου κι αρματωμένου κουκουλοφόρου» - ρε παιδιά, τους άλλους τους είδατε; Πολλές φορές μπαίνω στο τριπ και κάνω ένα μικρό διανοητικό πείραμα που μου φαίνεται πολύ ενδιαφέρον κι αποκαλυπτικό της αλήθειας των πραγμάτων, και θα το πρότεινα στον καθένα. Πάρτε μια οποιαδήποτε φωτογραφία ή βίντεο συγκρούσεων ανάμεσα στις δυνάμεις καταστολής και τους εξεγερμένους και προσπαθήστε να την κοιτάξετε όσο το δυνατόν πιο ψυχρά κι αποστασιοποιημένα, ιδανικά σα να είστε ένας εξωγήινος απεσταλμένος στη Γη για να μελετήσει την εξέλιξη της ζωής και των ειδών στον πλανήτη. Τι βλέπετε; Εγώ βλέπω μια σύγκρουση όπου ο ένας αντίπαλος αποτελείται σίγουρα από ανθρώπους, μπορεί κάποιοι απ’ αυτούς να έχουν κρυμμένο το πρόσωπο τους, αλλά από τα ρούχα τους κι από τον τρόπο που κινούνται καταλαβαίνω πως είναι σίγουρα άνθρωποι. Οι άλλοι όμως, αυτοί που πάνε συνέχεια μαζί και δίπλα-δίπλα και κάνουν πάντα όλοι τα ίδια πράγματα, αυτοί έχουν πολύ περίεργη κοψιά. Θυμίζουν φευγαλέα (και κάπως σα να το κοροϊδεύουν) κάτι ανθρώπινο, κατά βάση όμως μοιάζουν με μια νοσηρή, τερατώδη μίξη ενός απροσδιόριστου ζώου και μιας μηχανικής κατασκευής προγραμματισμένης να βιαιοπραγεί. Να πρόκειται άραγε για καμιά νέα μετάλλαξη του είδους, μια πιο επιθετική ράτσα βγαλμένη μες από τα τοξικά και τη ραδιενέργεια; Και σε ποιο σημείο έχει προχωρήσει η μετάλλαξη, έχει άραγε επέλθει η μοιραία διακλάδωση που θα τους κάνει ένα άλλο, ξένο είδος προς το άνθρωπο; Κι αν όχι, μάλλον προς τα κει πάει το πράγμα. Πρέπει να έχω τα μάτια μου ανοιχτά και να το παρακολουθώ από κοντά το φαινόμενο…
Ο ΝΕΟΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ ΞΑΝΑ
ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ!

21/1/2009


Χα χα, ε ρε κάτι πλάκες, κοίτα να δεις που ο ανεκδιήγητος Λιακό είχε τελικά δίκιο. Ο Έλλην είναι Παγκόσμιος! Σίγουρα κάτι έχει να κάνει με το χώρο, με τον ίδιο τον τόπο, αφού οι άνθρωποι που τον κατοικούν τώρα ουδεμία σχέση έχουν μ’ αυτούς που τον κατοικούσαν τότε, στα τιμημένα (κατά το περίφημο εθνεγερτήριο άσμα «σήκωσέ το το τιμημένο») αρχαία χρόνια. Αυτός ο τόπος, μιλώντας γενικά για τα Βαλκάνια και πιο ειδικά για το μέρος που σήμερα λέγεται «Ελλάδα», μέσα στο ασύμμετρο πεδίο της πλανητικής ολότητας φαίνεται να βρίσκεται σε μια απευθείας, προνομιακή θα τολμούσε να πει κανείς σύνδεση με το Παγκόσμιο. Όποιος τ’ ακούει λίγο μεταφυσικό όλο αυτό, ας γυρίσει πλευρό μες το τετράγωνο πνευματικό κλουβί του κι ας συνεχίσει το μακάριο ύπνο του αθεράπευτα σίγουρος για την αδιαμφισβήτητη, στέρεη αλήθεια που με τόσο κόπο έχει κατακτήσει. Υπάρχει μια οδός, ένα αόρατο κοσμικό μονοπάτι μες από το οποίο κάποιες (σημαντικές) φορές αυτό που συμβαίνει εδώ αντηχεί άμεσα στην Παγκοσμιότητα χτυπώντας μια νευραλγική της χορδή.
Όπως και να ‘χει, αυτό που μας ενδιαφέρει πρωτίστως σε σχέση με την ελληνική εξέγερση και τη σημασία της δεν είναι ο τόπος αλλά ο χρόνος (ο χρόνος άλλωστε είναι αυτός που, πέρα από τους τωρινούς χαιρετισμούς και τις εκδηλώσεις συμπαράστασης απ’ όλο τον κόσμο, θα φανερώσει σε βάθος την παγκόσμια αντήχηση της ελληνικής εξέγερσης στην πράξη). Και πιο συγκεκριμένα η δημιουργία του ιστορικού Χρόνου ως διαρκές τέλος-πέρας, η κατάλυσή του, και η αναδημιουργία του ως διαρκής αρχή-άπειρο. Ας μείνω όμως προς το παρόν στα δύο πρώτα σκέλη της παραπάνω πρότασης, τα οποία αφορούν το «τώρα» και το συγκεκριμένο τόπο. Κυρίες και κύριοι, το πολιτισμικό μοντέλο που έχει επικρατήσει τα τελευταία 500 χρόνια, ο δυτικο-παγκόσμιος αστικός πολιτισμός επιστρέφει στη γενέτειρά του για να πεθάνει. Ο κύκλος κλείνει εκεί που άνοιξε, κι ένας νέος κύκλος ανοίγει στην αέναη σπείρα της πορείας του Σύμπαντος και του Ανθρώπινου είδους. Ας σιωπήσουμε για λίγο, και μες το μπάχαλο των πραγμάτων και του μυαλού μας ας αισθανθούμε έστω κι ένα μικρό κομμάτι της παράφορης ευτυχίας του να είμαστε ζωντανοί άνθρωποι, τώρα, εδώ.
Οι άμεσες εξηγήσεις της ελληνικής εξέγερσης είναι φυσικά ευνόητες. Η σαπίλα, η κοροϊδία, η λεηλασία κι ο εξευτελισμός των ζωών μας έχει ξεχειλίσει πια από τ’ αυτιά μας. Οι δυνάμεις καταστολής σαν αιχμή του δόρατος και πιο φανερή εκδήλωση της δολοφονικής βίας ενός ετοιμοθάνατου συστήματος έχουν εδώ και καιρό αποθρασυνθεί πέρα από κάθε πιθανό όριο ανοχής. Ειδικά γι’ αυτούς έχω μόνο ένα μικρό σχόλιο να κάνω, κι αυτό επειδή εκνευρίζομαι αφάνταστα ν’ ακούω ακόμη και μέσα στις γραμμές της εξέγερσης την «προχωρημένη», «πολιτικά ζυγισμένη», «έλλογη», «συναισθηματικά αποστασιοποιημένη», «μεγαλόκαρδη» κι «ανθρωπιστική» άποψη που λέει πως οι αστυνομικοί είναι άνθρωποι των λαϊκών στρωμάτων που έχουν πέσει κι αυτοί θύματα της εκπαίδευσής τους και του συστήματος γενικότερα. Λοιπόν μάγκες, οι αστυνομικοί μπορεί όντως να είναι ο τελευταίος τροχός της αμάξης στην όλη ιστορία (αν και νομίζω πως γενικά έχουμε την τάση να υποτιμάμε τη σημασία τους για το σύστημα, δε μας γεμίζουν το μάτι για «σημαντικοί» επειδή είναι τόσο εξόφθαλμα γελοίοι και μαλάκες, λες κι αυτό το σύστημα έτσι όπως είναι να άξιζε τάχαμου κάποιους άλλους, καλύτερους από δαύτους να έχει ως «σημαντικούς»), αλλά από ηθική και υπαρξιακή άποψη είναι οι χειρότεροι απ’ όλους. Οι εκπαιδευτές και οι προστάτες τους κάνουν απλά τη δουλειά τους, είναι βαθιά χωμένοι μέσα στο σύστημα κι απολαμβάνουν τα προνόμια του. Αυτοί όμως οι κακόμοιροι και κακοπληρωμένοι, αυτοί θα ‘πρεπε κανονικά να ναι μαζί μας αλλά έχουν πάει με τους άλλους, κι όχι μόνο αυτό, αλλά μας πουλάνε τσαμπουκά και νταηλίκι με τις πλάτες των άλλων. Αυτά τα λίγα γι’ αυτά τα μικρά ανθρωπόμορφα[1] σκουλήκια Γαμάτε τους. Τέλος.
Μιλώντας πιο ειδικά για τη νεολαία, τον πόλεμο εναντίον της τον έχει ξεκινήσει το ίδιο το σύστημα, αδιάψευστη απόδειξη πως πρόκειται για ένα σύστημα χωρίς κανένα μέλλον. Το ότι είναι οι νέοι αυτοί που σαλπίζουν πρώτοι την αντεπίθεση της κοινωνίας δε μου προκαλεί καμία έκπληξη. Οι νέοι βλέπουν πολύ καθαρά την άβυσσο εκεί που οι μεγαλύτεροι χαριεντίζονται φαντασιώνοντας σταθερά σημεία και στηρίγματα στο μικρό εαυτούλη που έχουν χτίσει μέσα στην καρδιά του κτήνους και στις ταπεινές χαρές του που νυχθημερόν αγωνίζονται να επιτύχουν και να προστατεύσουν. Ποτέ δεν πίστεψα τις εύκολες, αφ’ υψηλού κριτικές περί «κοινωνικής απομόνωσης κι αδιαφορίας» των νέων. Και γιατί παρακαλώ να ενδιαφέρονται για το μπουρδέλο μας; Ήξερα καλά κι από πρώτο χέρι πως η λεγόμενη «αδιαφορία» δεν είναι παρά η βαθιά, απόλυτη περιφρόνηση του κόσμου έτσι όπως είναι φτιαγμένος, κι ήξερα επίσης πως αυτή η περιφρόνηση είναι η μόνη στάση από την οποία μπορεί να προκύψει κάτι καλό στην παρούσα κατάσταση πραγμάτων. Σαν ένας συνειδητός φορέας της περιφρόνησης αυτής που ανήκει σε μια λίγο παλιότερη γενιά και που προσπαθεί εδώ και χρόνια να τη μετατρέψει σε παράγοντα δράσης μέσα στον κόσμο (όχι πάντα με τα καλύτερα αποτελέσματα), χαιρόμουν πάντα και σήμερα ακόμη περισσότερο να βλέπω πως η στάση αυτή στους πιο νέους παίρνει πιο μαζικά κοινωνικά χαρακτηριστικά. Αυτό σημαίνει πως αυτού του είδους ο διδακτικός για όλους μας μηδενισμός, ένας μηδενισμός των πραγμάτων κι όχι των αξιών όπως προσπαθούν να μας πείσουν οι άθλιοι υποστηριχτές των τωρινών πραγμάτων και των μηδενικών τους αξιών, έχει πια τη δυνατότητα να γίνει στ’ αλήθεια ενεργός, να συγκροτήσει μια αυθεντική κοινωνική στάση που παράγει κοινωνική πραγματικότητα αντί να μένει μια άναρθρη, εκκεντρική κραυγή όπως ήταν η περίπου αναπόφευκτη μοίρα για τους προηγούμενους, λιγοστούς κι απομονωμένους θιασώτες του.
Οι νέοι κάνουν τη δουλειά τους μια χαρά, μέσα στις κοινότητες και τις ομαδοποιήσεις τους χτίζουν μια νέα γλώσσα που οι μεγαλύτεροι δυσκολευόμαστε να καταλάβουμε - κι ευτυχώς. Προσωπικά, σαν κάποιος λίγο (κι ελπίζω όχι ανεπανόρθωτα) μεγαλύτερος που για μια και μόνο στιγμή παίρνει στα σοβαρά αυτή του την ιδιότητα, μια μόνο συμβουλή έχω να τους δώσω: Μην εμπιστεύεστε τους μεγαλύτερους. Πάρτε ό,τι θετικό νομίζετε από κάποιους από αυτούς (κι υπάρχουν σίγουρα πολλά), όμως μη βασίζεστε σ’ αυτούς και κυρίως, μην τους αφήνετε να σας μολύνουν με το δισταγμό τους. Από μόνη της η εμπειρία της προχωρημένης ενηλικίωσης σε μια κοινωνία που κάθε μέρα κλέβει από τους ανθρώπους ψυχή, μυαλό και σώμα για να υπάρξει, έχει αφήσει ακόμη και στους πιο συνειδητά επαναστατημένους από μας φανερά και κρυφά κατάλοιπα αλλοτρίωσης, μνήμες ματαίωσης και ήττας, τυφλά σημεία και συμπλέγματα υποταγής που ποτέ δεν ξέρεις πότε θα ενεργοποιηθούν - και συχνά δυστυχώς το κάνουν τις πιο κρίσιμες στιγμές.
Από κει και πέρα, ξέρουμε όλοι καλά πως τα νεολαιϊστικα ξεσπάσματα όσο ισχυρά κι εκρηκτικά κι αν είναι, δε μπορούν από μόνα τους να πετύχουν τη νίκη και τη ριζική κοινωνική αλλαγή που έχουμε ανάγκη για να μπορέσουμε να ζήσουμε. Μπορεί το μέλλον ν’ ανήκει ολοκληρωτικά στους νέους, δε μπορούν όμως από μόνοι τους να καθορίσουν το παρόν. Εμείς οι υπόλοιποι λοιπόν, αυτοί οι τύποι με τις κουτσά-στραβά διαμορφωμένες ζωές και προσωπικότητες (ο Θεός να τις κάνει, τέλος πάντων), καλό είναι ν’ αντικρίσουμε κατάφατσα την πραγματικότητα και να μη φοβηθούμε να κατανοήσουμε με όλες του τις συνέπειες αυτό που ήδη όλοι βαθιά μέσα μας κατανοούμε. Η τωρινή απότομη όξυνση της κοινωνικής σύγκρουσης είναι η είσοδός μας σε μια νέα, δύσκολη κι ελπιδοφόρα εποχή, το πρώτο τράνταγμα σε μια ακολουθία δονήσεων διαρκώς κλιμακούμενης έντασης και έκτασης - τόσο στην Ελλάδα όσο και (κυρίως) διεθνώς. Η πραγματικότητα, αυτό που έχουμε μάθει να ζούμε και να καταλαβαίνουμε ως πραγματικότητα, τρίζει. Εκεί που έμοιαζε θεόρατο, αδιαπέραστο παγόβουνο, μεταμορφώνεται σε εύθραυστο, λεπτό στρώμα πάγου - τι να κρύβει από κάτω; Αυτό που συμβαίνει τις τελευταίες μέρες στην Ελλάδα δεν αφορά την Ελλάδα και το τώρα, είναι Παγκόσμιο κι αφορά την κατάσταση που θα ζήσουμε ως Ανθρώπινο είδος τα επόμενα χρόνια - κι αυτό που θα ζήσουμε τα επόμενα χρόνια αφορά και εμπλέκει σύσσωμο το παρελθόν και το μέλλον του είδους, την ίδια την επιβίωσή του. Οι σκέψεις που κάνουμε λοιπόν πάνω στα γεγονότα, ας είναι προσανατολισμένες στην προοπτική της «μακράς διάρκειας». Καλό μας ταξίδι και προσοχή στα κενά αέρος.
Έχοντας αυτά κατά νου, θα πάω κατευθείαν στο θέμα-ταμπού μιας γερασμένης, κο(υ)ρασμένης, πολλαπλά ευνουχισμένης κοινωνίας που μόλις τώρα, δειλά-δειλά, ψηλαφίζει το σημείο του τραύματος για ν’ ανακαλύψει πως τα γεννητικά της όργανα ίσως και να είναι ακόμη στη θέση τους, κι αν όχι, πως μπορούν να ξαναφυτρώσουν. Το θέμα της καταστροφής. Αναφέρομαι ασφαλώς στην πραγματική καταστροφή των υφιστάμενων κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών δομών που αποτελεί και το ουσιαστικό διακύβευμα, κι όχι στην καταστροφή βιτρινών, τραπεζών και καταστημάτων. Αυτή είναι μια επιφανειακή, συμβολική, θεαματική καταστροφή, χρήσιμη στο κράτος και τα ΜΜΕ για να υποδαυλίσουν τα φοβικά αντανακλαστικά των νοικοκυραίων όσο και στους εξεγερμένους για να συμπυκνώσουν εκφραστικά τις προθέσεις τους. Μέχρι εκεί όμως. Δεν έχει τόσο σημασία η ίδια όσο αυτό που υπαινίσσεται, και γι’ αυτό ακριβώς σκοπεύω να μιλήσω.
Ή μάλλον όχι, θα κάνω κι έπ’ αυτού δυο σχόλια. Το πρώτο για να επισημάνω το αίσχος και το απύθμενο θράσος να μιλάνε οι «από πάνω» για τους «από κάτω» και να λένε πως είναι βίαιοι. Να μιλάνε ποιοι, αυτοί που είναι οι γεννήτορες κι οι αιώνιοι υπερασπιστές όλης της καταπίεσης και της βίας που βιώνουμε από την πρώτη στιγμή που τολμάμε ν’ αναπνεύσουμε μέσα στον κωλόκοσμό τους. Το δεύτερο για ν’ αναφερθώ σ’ αυτή την ιλαροτραγική (κι εξωφρενικά μεγενθυμένη μες απ’ τους παραμορφωτικούς φακούς των Μέσων) φιγούρα του μικρομαγαζάτορα του κέντρου της Αθήνας (κι όλων των κέντρων των επαρχιακών πόλεων που εξελίχθηκε η εξέγερση) που κλαψουρίζει για την περιουσία που έχασε ή, πολύ συνηθέστερα, που φοβάται ότι θα χάσει. Θα πω αρχικά πως, καλώς ή κακώς, οι δρόμοι της κατανάλωσης και της εξέγερσης είναι οι ίδιοι δρόμοι, οι μεγάλοι κεντρικοί δρόμοι μαζικής κυκλοφορίας. Άμα γουστάρεις η πραμάτεια σου να έχει το πρώτο τραπέζι στην πίστα που χιλιάδες άνθρωποι κυκλοφορούν και ψωνίζουν για να κονομάς, θ’ αναλάβεις μοιραία και το ρίσκο η βιτρίνα σου να είναι ο πρώτος στόχος όταν κάποιοι απ’ αυτούς τους χιλιάδες ανθρώπους που τους μοστράρεις τσαμπουκά στη μάπα κάθε μέρα πράγματα που δε μπορούν ν’ αποκτήσουν, αποφασίσουν να εκφράσουν την οργή τους και να σκεφτούν πως ίσως τελικά και να υπάρχει τρόπος να τ’ αποκτήσουν. Απλά πράγματα.
Το άλλο σχόλιο που έχει και το πραγματικό ζουμί είναι πως τη «στιγμή» που ο μικρομαγαζάτορας, αυτός ο παραδοσιακός κι ακάματος στυλοβάτης του συστήματος, θα καταλάβει ότι ο εχθρός του είναι το κράτος και οι τράπεζες κι ότι η θέση του είναι μαζί μ’ αυτόν που «τα σπάει», τότε θα σημάνει και η ώρα της τελικής επίθεσης και της νίκης των δυνάμεων της κοινωνικής απελευθέρωσης. «Μπα, κι από πότε ο φύσει συντηρητικός κι αμφιταλαντευόμενος μικροαστός απέκτησε αξία βαρόμετρου για την έκβαση της κοινωνικής σύγκρουσης;», ακούω την ερώτηση με την εύλογη καχυποψία. Η αλήθεια είναι πως για τους μικροαστούς και το ρόλο τους έχω μια άποψη λίγο αιρετική σε σχέση με την αντίληψη που κυκλοφορεί στους κόλπους της επαναστατικής πολιτικής. Η αντίληψη αυτή θεωρεί λίγο-πολύ πως οι συγκροτημένες και πραγματικά ενεργές τάξεις του κοινωνικού στίβου είναι η αστική και η εργατική τάξη. Αυτές είναι οι τάξεις που μπορούν να αρθρώσουν και να υπερασπιστούν στην πράξη ένα συνολικό σχέδιο οργάνωσης της κοινωνίας. Οι μικροαστοί δεν αποτελούν ανεξάρτητο παράγοντα της κοινωνικής πάλης, είναι ένα παθητικό κοινωνικό στρώμα που σε κάθε κρίσιμη καμπή επιλέγει να ταχθεί είτε με το ένα είτε με το άλλο από τα κύρια κοινωνικά στρατόπεδα.
Δε θα διαφωνήσω καθόλου μ’ αυτή την περιγραφή, θα ρίσκαρα όμως μια πιο «πονηρή» ανάγνωσή της. Η ανάγνωση αυτή λέει πως, ακριβώς λόγω της εξαρτημένης κοινωνικής του φύσης, με την επιλογή που κάθε φορά κάνει για το που θα ρίξει το βάρος του ο μικροαστός γίνεται στην πραγματικότητα ο άνθρωπος-κλειδί, ο αστάθμητος κι απολύτως καθοριστικός παράγοντας της έκβασης της σύγκρουσης. Με μια πρόχειρη, νοερή επισκόπηση νομίζω πως δεν θα έπεφτα πολύ έξω αν υποστήριζα πως κάθε πραγματικά σημαντική κοινωνική σύγκρουση στη μέχρι τώρα ιστορία του κεφαλαιοκρατικού συστήματος κρίθηκε εν τέλει από το ποιον επέλεξαν να στηρίξουν τα μικροαστικά κοινωνικά στρώματα. Ο ιδιάζων και κρίσιμος αυτός κοινωνικός ρόλος του μικροαστού απορρέει ακριβώς από την εγγενή αμφιταλάντευση και παθητικότητά του. Η αμφιταλάντευση προικίζει το μικροαστό με μια ιδιαίτερη μορφή ελευθερίας, σημαίνει πως ενώ οι άλλοι δύο ανεξάρτητοι παράγοντες της σύγκρουσης διαμορφώνουν το πλαίσιο και τους όρους της ο μικροαστός είναι αυτός που επιλέγει, ο μόνος παράγοντας στην πραγματικότητα που είναι ελεύθερος και σε θέση να επιλέξει. Η παθητικότητα από την άλλη, αυτή η ιστορικά ανενεργή του κατάσταση είναι που μετατρέπει το μικροαστό στον πλέον αξιόπιστο καθρέφτη, σ’ ένα ψυχρό κι αδιάψευστο δείκτη του πραγματικού επιπέδου εξέλιξης στο οποίο βρίσκεται κάθε φορά η κοινωνία και οι προοπτικές της, πέρα από τα φαντασιακά σχήματα και οράματα που μετέρχονται οι ενεργές κοινωνικές τάξεις εξαιτίας της δικής τους ιδιαίτερης κοινωνικής κι ιστορικής φύσης (το ιστορικά και κοινωνικά ενεργό στοιχείο είναι πάντα αδιαχώριστο από το φαντασιακό). Τη «στιγμή» λοιπόν που ο μικροαστός θ’ αποφασίσει να ταχθεί με τη μεριά της επανάστασης, θα ‘ναι η πραγματική ώρα της κοινωνίας ν’ αλλάξει ριζικά επίπεδο εξέλιξης κι οργάνωσης.
Ο ρόλος του μικροαστού ενισχύεται ιδιαίτερα στη σημερινή εποχή για δύο επιπρόσθετους λόγους. Ο πρώτος αφορά το αδυσώπητο χτύπημα της λεγόμενης «μεσαίας τάξης» από την κρίση του παγκόσμιου συστήματος, και κυρίως από τη δομική πλέον αδυναμία του αστικού κράτους να της παράσχει την οποιαδήποτε πραγματική προστασία και προοπτική. Στον 20ο αιώνα που ο καπιταλισμός βρισκόταν ακόμη σε ηλικία σχετικής ακμής, είχε τη δυνατότητα να παράγει, να συντηρεί και ν’ αναπτύσσει τη μεσαία τάξη, κι έτσι, έχοντας έτοιμο το σκελετό, να μπορεί να εμφανίζεται ως οργανωτής κι εκφραστής ολόκληρης της κοινωνίας. Στον 21ο αιώνα της προϊούσας αποσύνθεσης κι αποδιοργάνωσης του παγκόσμιου συστήματος, όχι μόνο η κρίση αλλά ακόμη και μια ενδεχόμενη εκ νέου οικονομική «ανάπτυξη» του συστήματος δε μπορεί παρά να στηρίζεται στο χτύπημα της «μεσαίας τάξης» και ν’ αφορά αποκλειστικά τα πανίσχυρα οικονομικά συμφέροντα των μεγάλων εταιριών και των τραπεζών. Πολύ απλά, ο καπιταλισμός είναι πια όλο και λιγότερο σε θέση να παράγει κοινωνία.
Ο δεύτερος λόγος έχει να κάνει με την τάση επέκτασης της μικροαστικής συνείδησης σ’ ολόκληρο το κοινωνικό φάσμα, πέρα από τον κλασικό μικροαστό έτσι όπως θα τον ορίζαμε αυστηρά με όρους πολιτικής οικονομίας. Για την ακρίβεια στη σημερινή εποχή έχουμε το παράδοξο φαινόμενο ότι ενόσω ο κλασικός μικροαστός τείνει όλο και περισσότερο να εκλείπει, η μορφή συνείδησης που τον χαρακτηρίζει ιστορικά τείνει να αποσπάται από τις ιδιαίτερες συνθήκες κοινωνικής ύπαρξης που την παράγουν αρχικά, και διαμέσου των μαζικών ιδεολογικών μηχανισμών του συστήματος να διαχέεται στο κοινωνικό σώμα. Οι ιστορικές ταξικές κουλτούρες και μορφές συνείδησης, τόσο η παραδοσιακή αστική όσο και η παραδοσιακή εργατική κουλτούρα, βρίσκονται σε διαδικασία παρακμής. Με όρους ατομικής συνείδησης, θα λέγαμε ότι στη σημερινή εποχή το ψυχολογικό υπόβαθρο όλων μας είναι ο ιδιαίτερος ψυχισμός του μικροαστού. Το στοιχείο αυτό είναι απολύτως ενδεικτικό του ιδιάζοντος χαρακτήρα της εποχής που ζούμε. Η μικροαστική συνείδηση είναι μια κατεξοχήν μηδενική και μηδενίζουσα συνείδηση, και η εποχή μας είναι ακριβώς η εποχή του μηδενός της Ανθρώπινης Ιστορίας.
Ξαναπιάνοντας το θέμα της καταστροφής από αυτό ακριβώς το σημείο, αυτό που χρειάζεται να τονιστεί και να γίνει κοινή συνείδηση όσο το δυνατό γρηγορότερα είναι πως η καταστροφή είναι καταρχήν επιλογή όχι δική μας, αλλά του καπιταλισμού. Μάλλον καλύτερα, δεν είναι στ’ αλήθεια επιλογή ούτε του καπιταλισμού. Η καταστροφή του Ανθρώπινου Κόσμου είναι η μοιραία κι αναγκαστική πραγματικότητα ενός υπέργηρου, κορεσμένου συστήματος που τρέφεται από τις ίδιες του τις σάρκες, από την καταστροφή της κοινωνίας που το ίδιο δημιούργησε, προκειμένου να κερδίσει μικρές παρατάσεις ζωής. Αυτό που ζούμε από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 κι ύστερα είναι οι διαδοχικοί αναβαθμοί της αποσταθεροποίησης του κοινωνικού και πολιτισμικού μοντέλου των τελευταίων 500 χρόνων (κι ας μείνω εδώ χωρίς να προχωρήσω πιο πίσω). Πετρελαϊκή κρίση το ’70, κρίση του χρέους το ’80, κατάρρευση του κρατικού καπιταλισμού το ’90, πόλεμος «κατά της τρομοκρατίας» το ’00, και τώρα, βαδίζοντας προς τη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα, η παγκόσμια οικολογική και οικονομική κρίση πλησιάζει όλο και κοντύτερα στο σημείο βρασμού. Αν δε θέλουμε να βρεθούμε στην ίδια θέση παρανοϊκής άρνησης με τον πωλητή εξωτικών πουλιών στην περίφημη σκηνή των Monty Pythons με το νεκρό παπαγάλο, οφείλουμε να κοιτάξουμε τον ταύρο στα μάτια. Κυρίες και κύριοι, ο πολυαγαπημένος μας καπιταλισμός μας αφήνει χρόνους. Αυτό που μένει να φανεί είναι το εάν μαζί με τον καπιταλισμό θα καταστραφούμε κι εμείς, το Ανθρώπινο είδος κι ο πολιτισμός του. Για να μη συμβεί αυτό, θα πρέπει να καταστρέψουμε τον καπιταλισμό πριν μας καταστρέψει αυτός.
Σχολιάζοντας την εξέγερση της Αθήνας ο Mike Davis, ίσως ο πιο έγκυρος κι οξυδερκής αναλυτής των αστεακών εξεγέρσεων του καιρού μας, τονίζει πως σηματοδοτεί την έναρξη ενός νέου κύκλου κοινωνικής αμφισβήτησης που διαφοροποιείται τόσο από το επαναστατικό κύμα του ’68 όσο και από το πιο πρόσφατο κίνημα αντίστασης της αντι-παγκοσμιοποίησης. Σε σχέση μ’ αυτό το τελευταίο παρατηρεί πως διακατεχόταν από ένα πνεύμα ελπίδας κι αισιοδοξίας για τον «άλλο κόσμο που είναι εφικτός», ενώ αντίθετα ο νέος κύκλος αμφισβήτησης που άνοιξε στην Αθήνα είναι ένα κίνημα ποτισμένο στη χολή της οργής, της απογοήτευσης, του αδιεξόδου και της καταστροφής. Προσωπικά ο ίδιος σχολίαζα το 2004 τις διαδικασίες του αντι-παγκοσμιοποιητικού κινήματος λέγοντας πως δεν αποτελούν παρά την κορυφή του παγόβουνου σε σχέση με τις ριζοσπαστικές μοριακές διεργασίες που λαμβάνουν χώρα στις ανθρώπινες κοινωνίες διεθνώς. Σαν σύνθημα που συνοψίζει το πνεύμα της επερχόμενης Παγκόσμιας Επανάστασης του Ανθρώπινου είδους χρησιμοποίησα τη φράση «Η απελπισία είναι η τελευταία και η πραγματική μας ελπίδα». Στο πλαίσιο της θεωρίας της Θεϊκότητας του Ανθρώπινου είδους, υποστήριξα επίσης πως η αποκάλυψη του πραγματικού Θεού στον 21ο αιώνα (του Ανθρώπινου είδους εννοώντας) θ’ ακολουθήσει την ίδια πορεία που διέγραψε η αποκάλυψη του αφηρημένου Θεού του πιο ανεπτυγμένου κι ισχυρού μονοθεϊσμού, της χριστιανικής δηλαδή θρησκείας. Ο Θεός πρώτα θ’ αποκαλυφθεί ως οργή κι εκδίκηση (Παλαιά Διαθήκη), και στη συνέχεια ως αγάπη (Καινή Διαθήκη). Αυτός ο Θεός της εκδίκησης, λοιπόν, άρχισε ήδη ν’ αποκαλύπτεται, κι ο πρώτος σταθμός της αποκάλυψής του είναι η Ελλάδα. Ο πραγματικός Θεός γεννιέται στον ίδιο πολιτισμικό τόπο που ο αφηρημένος Θεός του χριστιανισμού αφομοίωσε και κατέστρεψε προκειμένου να κυριαρχήσει, αυτή είναι η διαλεκτική της Ανθρώπινης Ιστορίας, η διαλεκτική δηλαδή της πραγμάτωσης της αληθινής-Θεϊκής φύσης του Ανθρώπινου είδους.
Είναι αλήθεια πως μολονότι στη καπιταλιστική ζωή μας βιώνουμε αναρίθμητες μικρές και μεγάλες καταστροφές μέσα μας και έξω μας, είμαστε όλοι μεγαλωμένοι σ’ ένα πολιτισμικό κλίμα όπου η έννοια της καταστροφής είναι περίπου ανάθεμα. Ακόμη πιο αλήθεια όμως είναι πως η Φύση είναι μια άπειρη καταστροφικότητα (όπως και δημιουργικότητα), και πως ο κάθε Άνθρωπος σαν καθολική έκφραση της Φύσης που είναι, κρύβει μέσα του κι ένα μεγάλο καταστροφέα. Αυτό το βέβηλο καταστροφέα οφείλουμε να αφυπνίσουμε και ν’ αφήσουμε ελεύθερο αν θέλουμε να έχουμε κάποια τύχη. Τίποτα το πραγματικά καλό δε μπορεί να υπάρξει, τίποτα που ν’ αξίζει το χαρακτηρισμό «ανθρώπινο» εάν δεν καταστραφεί αυτό που έχει ήδη δημιουργηθεί και μας πλακώνει. Σ’ ένα πεδίο ασφυκτικά αποικισμένο από το κεφάλαιο και τις διαδικασίες του, η καταστροφή είναι η δυνατή κλωτσιά που διανοίγει το χώρο για να συμβεί το οτιδήποτε πραγματικά δημιουργικό. Αυτό άλλωστε φάνηκε πολύ έντονα στην ελληνική εξέγερση. Η δυναμική των πρωτότυπων κι εκτεταμένων εκδηλώσεων δημιουργικής λαϊκής πρωτοβουλίας και αυτοοργάνωσης που τη χαρακτηρίζουν, προέκυψε ακριβώς μες από τη δυναμική και το χώρο που διάνοιξε η πρωτοφανής σε ένταση και έκταση εκδήλωση της κοινωνικής αντι-βίας τις τρεις πρώτες μέρες.
Ο χρόνος που ζούμε είναι δανεικός και τεχνητός. Δανεικός γιατί είναι κλεμμένος από το μέλλον, τεχνητός γιατί είναι χρόνος που ζούμε μέσα στην αναπαράσταση. Ολόκληρος ο Ανθρώπινος Κόσμος κλεισμένος μέσα σε χρεόγραφα προς μελλοντική αποπληρωμή, να ποια είναι η ουσία της πιστωτικής κρίσης που τώρα σκάει σα φούσκα στα μούτρα μας. Το πραγματικό μέλλον είναι άπειρο, γι’ αυτό ακριβώς και δε μπορεί να δανείζει έπ’ άπειρον τον εαυτό του σε κάτι ιστορικά κατασκευασμένο και πεπερασμένο όπως ο καπιταλισμός. Η υποκλοπή του μέλλοντος από το κεφάλαιο μας κάνει να μην έχουμε πια καμία ανάγκη προσφυγής σε κάποιο ουτοπικό μέλλον προκειμένου να καταστρέψουμε το παρόν, όσο κι αν το ουτοπικό αυτό μέλλον ορίζει τα όνειρα και τις επιθυμίες μας. Το μέτρο της ανάγκης μας για ένα από τώρα οριοθετημένο μέλλον πέραν του καπιταλισμού, δηλώνει ακριβώς το μέτρο του φόβου μας απέναντι στις καταστροφικές του δυνάμεις. Όταν βρίσκομαι στη φυλακή και μάλιστα με την απειλή του θανάτου, δε μ’ ενδιαφέρει και τόσο να μάθω τι βρίσκεται έξω από τη φυλακή. Βασικά μ’ ενδιαφέρει να βγω. Και μάλιστα όσο πιο γρήγορα γίνεται γιατί ο δανεικός μου χρόνος τελειώνει.
Λοιπόν αυτός ο δανεικός χρόνος που ζούμε είναι μια αρκετά μυστήρια ιστορία. Μοιάζει πολύ με την κατάσταση που ο Derrida στην πιο ενδιαφέρουσα, στη μηδενιστική του φάση περιγράφει ως «ασύμπτωτο του παρόντος με τον εαυτό του», μια κατάσταση που είναι «πολύ νωρίς» και συνάμα είναι «ήδη αργά». Βέβαια ο Derrida σαν ένας κατά βάθος γνήσιος μεταφυσικός και δηλωμένος εχθρός της διαλεκτικής, εκλαμβάνει την κατάσταση αυτή ως οντολογικό δεδομένο, ως την αιώνια κι απαράλλακτη κατάσταση του είναι. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια κατάσταση του ιστορικού Χρόνου και μάλιστα όχι όποια κι όποια, αλλά τη Μοναδική κατάσταση όπου ολόκληρο το οντολογικό εποικοδόμημα του ιστορικού Χρόνου, του Χρόνου δηλαδή της διαλεκτικής ανάπτυξης της Αλλοτρίωσης του Ανθρώπινου είδους από την αληθινή-Θεϊκή του Φύση, μηδενίζεται προκειμένου να αναδυθεί μια ολότελα νέα Ανθρώπινη κατάσταση του είναι, μια νέα χρονικότητα πέραν της Ιστορίας.
Εν ολίγοις τη σήμερον ημέρα κανείς δεν είναι στ’ αλήθεια ζωντανός. Η πάλη που ζούμε και θα ζούμε όλο και πιο έντονα τα επόμενα χρόνια είναι μια πάλη ανάμεσα στο ακόμη αγέννητο και το ήδη νεκρό. Η κατάσταση της ύπαρξής μας είναι μια φα(ντα)σματική κατάσταση στην οποία συμπλέκονται αδιάκριτα το αποχαιρετιστήριο λαμπύρισμα αυτού που φεύγει και η δειλή ακόμη ανταύγεια αυτού που έρχεται - γι’ αυτό κι η εικόνα και το θέαμα μας γοητεύουν τόσο ακατανίκητα. Ο άνθρωπος στην οθόνη μας φαίνεται πιο αληθινός από τον άνθρωπο με σάρκα και οστά, κι έχουμε δίκιο γιατί εμείς είμαστε οι άνθρωποι στην οθόνη, φαντάσματα που ζουν στη δισδιάστατη επιφάνεια ενός ασύμπτωτου παρόντος που περικλείει όλο το παρελθόν κι όλο το μέλλον μας.
Η πάλη μας για να παραμερίσουμε το ήδη νεκρό και να κάνουμε το ακόμη αγέννητο να γεννηθεί διεξάγεται ταυτόχρονα κι αδιαχώριστα στο εξωτερικό και στο εσωτερικό πεδίο, έχουμε δηλαδή να καταπιαστούμε με την καταστροφή τόσο σε επίπεδο εξωτερικών κοινωνικών-θεσμικών δομών όσο και συνειδησιακών, αντιληπτικών και ψυχοσυναισθηματικών σχημάτων και συμπλεγμάτων. Εστιάζοντας στο ψυχολογικό επίπεδο που συνήθως είναι και το πιο παραμελημένο θα έλεγα πως, ως αναγκαία έκφραση της συνολικής κατάστασης που βιώνουμε σαν είδος και στην οποία είμαστε όλοι μέτοχοι, υπάρχει στον καθένα μας ένα κομμάτι, ένα διαμορφωμένο πλέγμα νοητικών και συναισθηματικών στάσεων που είναι ήδη νεκρό. Το κομμάτι αυτό όσο κι αν στους περισσότερους από μας φαίνεται σχεδόν ταυτισμένο με το βίωμα του εαυτού μας, είναι στην πραγματικότητα ένα βάρος που παράγει μια συγκεκριμένη μορφή αδράνειας που απειλεί να μας παρασύρει ολόκληρους στη χώρα του «ήδη αργά». Αυτή η αδράνεια εκφράζεται κυρίως ως διάχυτος παραλυτικός φόβος για τους κινδύνους που στην παρούσα φάση μπορεί να ελλοχεύει η κάθε μας κίνηση και ιδιαίτερα αν αυτή έχει έναν ριζοσπαστικό κι απελευθερωτικό προσανατολισμό (βλέπε τη ραγδαία διάδοση των λεγόμενων «κρίσεων πανικού»), ως ναρκισσιστική υπερεπένδυση του εαυτού που ανακουφίζει προσωρινά αλλά στην ουσία μας χώνει ακόμη πιο βαθιά στο πηγάδι του τρόμου (όσο πιο πολύ εαυτό έχεις να υπερασπίσεις τόσο πιο πολύ φοβάσαι), και ως βόλεμα, ως φαντασιακή υπεραξίωση των «κεκτημένων» εντός αυτού του κόσμου που έρχεται να αντισταθμίσει ψυχικά την οπωσδήποτε δυσάρεστη και ταπεινωτική αίσθηση της κυριαρχίας του φόβου. Πρόκειται γενικά για μια πολύ επικίνδυνη μορφή αδράνειας που θα γίνεται όλο και πιο επικίνδυνη κι επιθετική στις εκφράσεις της όσο περισσότερο θα κινδυνεύει η ίδια. Μα πως μπορεί να κινδυνεύει κάτι που είναι ήδη νεκρό; Κι όμως μπορεί, κινδυνεύει να χάσει τη δανεική ζωή που κλέβει από το ακόμη αγέννητο σκοτώνοντάς το χωρίς το ίδιο να έχει καμιά πραγματική ελπίδα να ζήσει.
Η εμπειρία της ελληνικής εξέγερσης είναι εξαιρετικά χρήσιμη διότι συμπυκνώνει σε μια «εργαστηριακή» χρονική και τοπική μικροκλίμακα τα χαρακτηριστικά της κατάστασης που θα βιώσει το Ανθρώπινο είδος παγκοσμίως τα επόμενα χρόνια. Αναφορικά με την αδράνεια του βολέματος συγκεκριμένα, είναι εξαιρετικά διδακτική σε σχέση με το μέγεθος και τους ρυθμούς της κινητοποίησης που απαιτεί. Η ριζική ανατροπή των κοινωνικών δεδομένων είναι μια πολύ κουραστική, εξουθενωτική ιστορία. Καλό είναι να το έχουμε αυτό κατά νου από δω και πέρα και ν’ αρχίσουμε σιγά-σιγά να το παίρνουμε απόφαση και να σηκώνουμε τα μανίκια χωρίς βαρυθυμίες.
Σ’ ένα γενικό ψυχολογικό επίπεδο, η εμπειρία της εξέγερσης οξύνει κατά πολύ και φέρνει έτσι στην επιφάνεια της συνείδησης τη σχιζοειδή κατάσταση ύπαρξης που βιώνουμε αναπόφευκτα όλοι μέσα στο δανεικό χρόνο που ζούμε. Όσοι συμμετείχαν ενεργά στα γεγονότα κι αναγκάζονταν να διακόπτουν το σερί πορειών-συνελεύσεων-καταλήψεων για να πάνε στη γνωστή καθημερινή δουλειά τους, καταλαβαίνουν πολύ καλά τι εννοώ - αν και πρόκειται για μια κατάσταση που μας εμπλέκει εξαρχής όλους και η οποία με το πέρασμα του χρόνου θα εμπλέκει όλο και πιο ενεργά όλο και περισσότερους. Είναι η σχιζοφρένεια της διαρκούς εναλλαγής αλλά και της ταυτόχρονης πολλές φορές συνύπαρξης των απότομων εκκενώσεων απελευθερωτικής κοινωνικής αταξίας και των βίαιων επαναφορών σε μια κοινωνική «ομαλότητα» ολοένα πιο στυγνή κι απάνθρωπη. Ένα συνεχές πέρα-δώθε, γκάζι-φρένο, γκάζι-φρένο, μια κατάσταση που δίχως τα κατάλληλα ψυχικά εφόδια μπορεί να σε στείλει χαλαρά στο τρελάδικο καθώς τίποτα δε μπορεί πραγματικά να στεριώσει και ν’ αποκτήσει υπόσταση στο έδαφος του ήδη νεκρού, ενώ το ακόμη αγέννητο ασφυκτιά εντός της και … είναι ακόμη αγέννητο.
Θεωρώ λοιπόν πως είναι επιτακτική ανάγκη να καλλιεργήσουμε συνειδητά κάποιες ιδιαίτερες ψυχικές στάσεις προκειμένου ν’ ανταπεξέλθουμε στις υπαρξιακές παραδοξότητες της Μοναδικής ιστορικής κατάστασης που βιώνουμε. Οι στάσεις αυτές κατά τη γνώμη μου είναι βασικά δύο. Η πρώτη είναι αυτή που ονομάζω «στάση της ενεργητικής αναμονής». Στο πλαίσιο της ενεργητικής αναμονής ο άνθρωπος δραστηριοποιείται προκειμένου ν’ αλλάξει τις συνθήκες της ζωής του και τον εαυτό του, κι έτσι η στάση αυτή διαφοροποιείται ριζικά από την κλασική παθητική έννοια της αναμονής όπου κάποιος περιμένει απλά τα πράγματα να συμβούν και παρακολουθεί αμέτοχος. Ταυτόχρονα όμως είναι απολύτως συνειδητός στο ότι δεν περιμένει να δει άμεσα τα αποτελέσματα της δράσης του, κι έτσι η στάση αυτή διαφοροποιείται επίσης από το χυδαία ανταποδοτικό, κοντόφθαλμο και πρακτικίστικο πνεύμα του καπιταλισμού που απαιτεί την άμεση και χειροπιαστή εξαργύρωση της ανθρώπινης δραστηριοποίησης. Για να συγκροτηθεί και να λειτουργήσει η συγκεκριμένη ψυχική στάση πρέπει να έχουμε απολύτως ξεκάθαρο τι εννοούμε λέγοντας «πρακτικό αποτέλεσμα». Για τη ριζοσπαστική ανθρώπινη δράση της εποχής μας δεν υπάρχει κάτι που να μπορεί ν’ αποκληθεί «πρακτικό αποτέλεσμα» πέρα από την καθολική αλλαγή του Ανθρώπινου Κόσμου. Αυτό είναι το μοναδικό μέτρο της πρακτικής αποτελεσματικότητας του καιρού μας.
Η άλλη ψυχική στάση που προτείνω άμεσα την καλλιέργειά της είναι η «στάση της μηδενιστικής αισιοδοξίας». Πρόκειται για μια αρνητική μορφή αισιοδοξίας, μια αισιοδοξία που θεμελιώνεται εξ ολοκλήρου σ’ αυτή την άλλη πραγματικότητα, σ’ αυτό τον άλλο Ανθρώπινο Κόσμο πέραν του καπιταλισμού, και σε τούτον εδώ τον κόσμο που ζούμε αφήνει μόνο αυτό που του αξίζει κι αυτό που στ’ αλήθεια παίρνει, δηλαδή το μηδέν και τη μαυρίλα του. Εμείς όμως απ’ τη μεριά μας δε φοβόμαστε το μηδέν, αντίθετα κάνουμε επίκληση στην αρχέγονη, ακατάλυτη και λυτρωτική δύναμή του. Μέσα στη μηδενιστική μας αισιοδοξία συναιρούμε (χωρίς να αναιρούμε) όλο το μίσος και την οργή μας, και προσβλέπουμε με άδολη χαρά κι εμπιστοσύνη στην καθαρτική έλευση του μηδενός διαμέσου της οποίας και μόνον θα έρθει στο φως του Κόσμου το μεγαλείο της Ανθρώπινης ελευθερίας.
Κλείνοντας το σημείωμα αυτό θα ήθελα ν’ απευθύνω λίγα λόγια σε κάποιες συγκεκριμένες κατηγορίες ανθρώπων, έπ’ ευκαιρίας των εορταστικών αυτών ημερών.
Καταρχήν προς τους καλλιτέχνες: Κατανοώ πολύ καλά τη δύσκολη θέση στην οποία έχετε περιέλθει. Αυτές τις μέρες τα γεγονότα σας ξεπερνούν κι ο ρόλος σας μοιάζει λίγο περιττός καθώς η ποίηση αναβλύζει μες από τους δρόμους, μες από την άγρια ομορφιά της ίδιας της εξέγερσης. Στην εποχή που ζούμε, άλλωστε, μόνο η καταστροφή του υπάρχοντος μπορεί να παράγει μια αισθητική απόλαυση με πραγματικό έρεισμα. Από την άλλη όμως, στην εποχή αυτή μόνον η τέχνη κι ο επαναστατικός στοχασμός ίσως και να έχει ακόμη κάποιο νόημα να επιτελούνται δημιουργικά κι όχι καταστροφικά διότι το έργο που παράγουν είναι εξαρχής ένα αρνητικό έργο, ένα έργο καταστατικά συνδεδεμένο μ’ έναν άλλο, τελείως διαφορετικό κόσμο απ’ αυτόν που τώρα ζούμε. Αφήστε λοιπόν τις περισπούδαστες αναλύσεις περί του νοήματος της τέχνης, σπάστε το γόρδιο δεσμό κι αποδεσμευτείτε από τα ατελείωτα υπαρξιακά σας μπουρδουκλώματα. Πνίγεστε σε μια κουταλιά νερό και νομίζετε πως είναι ωκεανός. Εάν δεν ξέρετε ποιο είναι το νόημα της τέχνης σήμερα, επινοήστε το. Η αποστολή σας είναι απλή, απλούστατη. Συμμετέχετε ως καλλιτέχνες με όποιους τρόπους μπορείτε στις κινητοποιήσεις, πλαισιώστε τις με όσο το δυνατόν περισσότερα καλλιτεχνικά δρώμενα και παρεμβάσεις, δείξτε με ποιανού το μέρος είναι η ομορφιά του Κόσμου. Αν όλ’ αυτά σας ακούγονται υπερβολικά ρομαντικά, παρακαλείστε ευγενικά ν’ αλλάξετε δραστηριότητα.
Προς τους διάφορους πολιτικάντηδες, πανελίστες, σχολιαστές τηλεαστέρες κλπ : Όσο κι αν προσπαθείτε να κρυφτείτε, ξέρετε πολύ καλά μέσα σας πως είστε ήδη τελειωμένοι. Φαίνεται στο ύφος σας και βαθιά μέσα στο μάτι σας.
Προς τους αγαπητούς καπιταλιστές : Με τα λόγια ενός κορυφαίου δικού σας διανοητή της εποχής της νεότητάς σας (με συγχωρείτε αν σας προκαλώ νοσταλγία, ξέρω πως είστε πολύ ευαίσθητοι όμως προσπαθήστε να φανείτε δυνατοί, πάνε πέρασαν αυτά και δεν ξαναγυρίζουν), το «πράγμα καθεαυτό» είναι εδώ κι ήρθε επιτέλους η ώρα να μιλήσει. Κάτι θέλει να σας ψιθυρίσει γλυκά στ’ αυτί, μην κάνετε τους ακατάδεκτους, σκύψτε ν’ ακούσετε. Δυο τρυφερά λόγια αγάπης για το ταξίδι που μοιραστήκατε κι ονομάζεται «Ιστορία», πριν πετάξει το κεφάλι σας βαθιά στη μαύρη άβυσσο και συνεχίσει για να μιλήσει μια γλώσσα που εσείς δεν θα υπήρχε ποτέ καμία πιθανότητα να καταλάβετε.


[1] Πάντως ακόμη κι αυτό το «ανθρωπόμορφα» έχει γίνει πια πολύ αμφίβολο. Κάθονται το κράτος και τα μμε και κατασκευάζουν την τρομακτική φιγούρα του «επικίνδυνου κι αρματωμένου κουκουλοφόρου» - ρε παιδιά, τους άλλους τους είδατε; Πολλές φορές μπαίνω στο τριπ και κάνω ένα μικρό διανοητικό πείραμα που μου φαίνεται πολύ ενδιαφέρον κι αποκαλυπτικό της αλήθειας των πραγμάτων, και θα το πρότεινα στον καθένα. Πάρτε μια οποιαδήποτε φωτογραφία ή βίντεο συγκρούσεων ανάμεσα στις δυνάμεις καταστολής και τους εξεγερμένους και προσπαθήστε να την κοιτάξετε όσο το δυνατόν πιο ψυχρά κι αποστασιοποιημένα, ιδανικά σα να είστε ένας εξωγήινος απεσταλμένος στη Γη για να μελετήσει την εξέλιξη της ζωής και των ειδών στον πλανήτη. Τι βλέπετε; Εγώ βλέπω μια σύγκρουση όπου ο ένας αντίπαλος αποτελείται σίγουρα από ανθρώπους, μπορεί κάποιοι απ’ αυτούς να έχουν κρυμμένο το πρόσωπο τους, αλλά από τα ρούχα τους κι από τον τρόπο που κινούνται καταλαβαίνω πως είναι σίγουρα άνθρωποι. Οι άλλοι όμως, αυτοί που πάνε συνέχεια μαζί και δίπλα-δίπλα και κάνουν πάντα όλοι τα ίδια πράγματα, αυτοί έχουν πολύ περίεργη κοψιά. Θυμίζουν φευγαλέα (και κάπως σα να το κοροϊδεύουν) κάτι ανθρώπινο, κατά βάση όμως μοιάζουν με μια νοσηρή, τερατώδη μίξη ενός απροσδιόριστου ζώου και μιας μηχανικής κατασκευής προγραμματισμένης να βιαιοπραγεί. Να πρόκειται άραγε για καμιά νέα μετάλλαξη του είδους, μια πιο επιθετική ράτσα βγαλμένη μες από τα τοξικά και τη ραδιενέργεια; Και σε ποιο σημείο έχει προχωρήσει η μετάλλαξη, έχει άραγε επέλθει η μοιραία διακλάδωση που θα τους κάνει ένα άλλο, ξένο είδος προς το άνθρωπο; Κι αν όχι, μάλλον προς τα κει πάει το πράγμα. Πρέπει να έχω τα μάτια μου ανοιχτά και να το παρακολουθώ από κοντά το φαινόμενο…